Conjugation of υπερβαίνω
i.peɾˈve.noπετυχαίνω το κάτι παραπάνω, ξεπερνώ, υπερνικώ, υπερβάλλω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υπερβαίνω |
| εσύ | υπερβαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπερβαίνει |
| εμείς | υπερβαίνουμε |
| εσείς | υπερβαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπερβαίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | υπερέβαινα |
| εσύ | υπερέβαινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπερέβαινε |
| εμείς | υπερβαίναμε |
| εσείς | υπερβαίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπερέβαιναν |
Αόριστος
| εγώ | υπερέβην |
| εσύ | υπερέβης |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπερέβη |
| εμείς | υπερέβημεν |
| εσείς | υπερέβητε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπερέβησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υπερβώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υπερβώ |
| εσύ | υπερβείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπερβεί |
| εμείς | υπερβούμε |
| εσείς | υπερβείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπερβούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | υπερέβαινε |
| εσείς | υπερβαίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | υπερβείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υπερβεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.