HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← υπερβάλλω — definition

Conjugation of υπερβάλλω

Regular CEFR C2
i.peɾˈva.lo

φέρομαι με τρόπο υπερβολικό, μεγαλοποιώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υπερβάλλω
εσύ υπερβάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό υπερβάλλει
εμείς υπερβάλλουμε
εσείς υπερβάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά υπερβάλλουν
Παρατατικός
εγώ υπερέβαλλα
εσύ υπερέβαλλες
αυτός / αυτή / αυτό υπερέβαλλε
εμείς υπερβάλλαμε
εσείς υπερβάλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπερέβαλλαν
Αόριστος
εγώ υπερέβαλα
εσύ υπερέβαλες
αυτός / αυτή / αυτό υπερέβαλε
εμείς υπερβάλαμε
εσείς υπερβάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπερέβαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υπερβάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υπερβάλω
εσύ υπερβάλεις
αυτός / αυτή / αυτό υπερβάλει
εμείς υπερβάλουμε
εσείς υπερβάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά υπερβάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς υπερβάλλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς υπερβάλετε
Απαρέμφατο αορίστου
υπερβάλει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary