HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← υιοθετώ — definition

Conjugation of υιοθετώ

Regular CEFR B1
i.o.θeˈto

αναγνωρίζω ένα παιδί ως δικό μου με υιοθεσία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υιοθετώ
εσύ υιοθετείς
αυτός / αυτή / αυτό υιοθετεί
εμείς υιοθετούμε
εσείς υιοθετείτε
αυτοί / αυτές / αυτά υιοθετούν
Παρατατικός
εγώ υιοθετούσα
εσύ υιοθετούσες
αυτός / αυτή / αυτό υιοθετούσε
εμείς υιοθετούσαμε
εσείς υιοθετούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά υιοθετούσαν
Αόριστος
εγώ υιοθέτησα
εσύ υιοθέτησες
αυτός / αυτή / αυτό υιοθέτησε
εμείς υιοθετήσαμε
εσείς υιοθετήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά υιοθέτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υιοθετήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υιοθετήσω
εσύ υιοθετήσεις
αυτός / αυτή / αυτό υιοθετήσει
εμείς υιοθετήσουμε
εσείς υιοθετήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά υιοθετήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς υιοθετείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ υιοθέτησε
εσείς υιοθετήστε
Απαρέμφατο αορίστου
υιοθετήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υιοθετούμαι
εσύ υιοθετείσαι
αυτός / αυτή / αυτό υιοθετείται
εμείς υιοθετούμαστε
εσείς υιοθετείστε
αυτοί / αυτές / αυτά υιοθετούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό υιοθετούνταν
εμείς υιοθετούμασταν
εσείς [υιοθετούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά υιοθετούνταν
Αόριστος
εγώ υιοθετήθηκα
εσύ υιοθετήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό υιοθετήθηκε
εμείς υιοθετηθήκαμε
εσείς υιοθετηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά υιοθετήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υιοθετηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υιοθετηθώ
εσύ υιοθετηθείς
αυτός / αυτή / αυτό υιοθετηθεί
εμείς υιοθετηθούμε
εσείς υιοθετηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά υιοθετηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς υιοθετείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ υιοθετήσου
εσείς υιοθετηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
υιοθετηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary