HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τσιμπάω — definition

Conjugation of τσιμπάω

Regular CEFR C2
t͡simˈba.o

βρίσκω κάποιον τη στιγμή που κάνει κάτι (συνήθως παράνομο) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τσιμπάω
εσύ τσιμπάς
αυτός / αυτή / αυτό τσιμπάει
εμείς τσιμπάμε
εσείς τσιμπάτε
αυτοί / αυτές / αυτά τσιμπάνε
Παρατατικός
εγώ τσιμπούσα
εσύ τσιμπούσες
αυτός / αυτή / αυτό τσιμπούσε
εμείς τσιμπούσαμε
εσείς τσιμπούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσιμπούσαν
Αόριστος
εγώ τσίμπησα
εσύ τσίμπησες
αυτός / αυτή / αυτό τσίμπησε
εμείς τσιμπήσαμε
εσείς τσιμπήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσίμπησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσιμπήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τσιμπήσω
εσύ τσιμπήσεις
αυτός / αυτή / αυτό τσιμπήσει
εμείς τσιμπήσουμε
εσείς τσιμπήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τσιμπήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τσίμπα
εσείς τσιμπάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τσίμπησε
εσείς τσιμπήστε
Απαρέμφατο αορίστου
τσιμπήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τσιμπιέμαι
εσύ τσιμπιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό τσιμπιέται
εμείς τσιμπιόμαστε
εσείς τσιμπιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά τσιμπιούνται
Παρατατικός
εγώ τσιμπιόμουν
εσύ τσιμπιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τσιμπιόταν
εμείς τσιμπιόμασταν
εσείς τσιμπιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τσιμπιόνταν
Αόριστος
εγώ τσιμπήθηκα
εσύ τσιμπήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό τσιμπήθηκε
εμείς τσιμπηθήκαμε
εσείς τσιμπηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσιμπήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσιμπηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τσιμπηθώ
εσύ τσιμπηθείς
αυτός / αυτή / αυτό τσιμπηθεί
εμείς τσιμπηθούμε
εσείς τσιμπηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τσιμπηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τσιμπιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τσιμπήσου
εσείς τσιμπηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τσιμπηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary