HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τρώω — definition

Conjugation of τρώω

Regular CEFR B1
ˈtɾo.o

χρηματίζομαι, παίρνω χρήματα με παράνομη εκμετάλλευση της θέσης ή της ιδιότητάς μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρώω
εσύ τρως
αυτός / αυτή / αυτό τρώει
εμείς τρώμε
εσείς τρώτε
αυτοί / αυτές / αυτά τρώνε
Παρατατικός
εγώ έτρωγα
εσύ έτρωγες
αυτός / αυτή / αυτό έτρωγε
εμείς τρώγαμε
εσείς τρώγατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτρωγαν
Αόριστος
εγώ έφαγα
εσύ έφαγες
αυτός / αυτή / αυτό έφαγε
εμείς φάγαμε
εσείς φάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά έφαγαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φάω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φάω
εσύ φας
αυτός / αυτή / αυτό φάει
εμείς φάμε
εσείς φάτε
αυτοί / αυτές / αυτά φάνε
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τρώγε
εσείς τρώτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φάε
εσείς φάτε
Απαρέμφατο αορίστου
φάει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρώγομαι
εσύ τρώγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τρώγεται
εμείς τρωγόμαστε
εσείς τρώγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τρώγονται
Παρατατικός
εγώ τρωγόμουν
εσύ τρωγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τρωγόταν
εμείς τρωγόμασταν
εσείς τρωγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τρώγονταν
Αόριστος
εγώ φαγώθηκα
εσύ φαγώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό φαγώθηκε
εμείς φαγωθήκαμε
εσείς φαγωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φαγώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φαγωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φαγωθώ
εσύ φαγωθείς
αυτός / αυτή / αυτό φαγωθεί
εμείς φαγωθούμε
εσείς φαγωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φαγωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τρώγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς φαγωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φαγωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary