Conjugation of τρώω
ˈtɾo.oχρηματίζομαι, παίρνω χρήματα με παράνομη εκμετάλλευση της θέσης ή της ιδιότητάς μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τρώω |
| εσύ | τρως |
| αυτός / αυτή / αυτό | τρώει |
| εμείς | τρώμε |
| εσείς | τρώτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τρώνε |
Παρατατικός
| εγώ | έτρωγα |
| εσύ | έτρωγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έτρωγε |
| εμείς | τρώγαμε |
| εσείς | τρώγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έτρωγαν |
Αόριστος
| εγώ | έφαγα |
| εσύ | έφαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έφαγε |
| εμείς | φάγαμε |
| εσείς | φάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έφαγαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φάω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φάω |
| εσύ | φας |
| αυτός / αυτή / αυτό | φάει |
| εμείς | φάμε |
| εσείς | φάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φάνε |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | τρώγε |
| εσείς | τρώτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φάε |
| εσείς | φάτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φάει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τρώγομαι |
| εσύ | τρώγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τρώγεται |
| εμείς | τρωγόμαστε |
| εσείς | τρώγεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τρώγονται |
Παρατατικός
| εγώ | τρωγόμουν |
| εσύ | τρωγόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | τρωγόταν |
| εμείς | τρωγόμασταν |
| εσείς | τρωγόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τρώγονταν |
Αόριστος
| εγώ | φαγώθηκα |
| εσύ | φαγώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαγώθηκε |
| εμείς | φαγωθήκαμε |
| εσείς | φαγωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαγώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φαγωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φαγωθώ |
| εσύ | φαγωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαγωθεί |
| εμείς | φαγωθούμε |
| εσείς | φαγωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαγωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τρώγεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | φαγωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φαγωθεί |