HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τρίβω — definition

Conjugation of τρίβω

Regular CEFR C2
ˈtri.vo

μετακινώ κυκλικά ή παλινδρομικά ένα αντικείμενο πάνω σε μια επιφάνεια (η επιφάνεια είναι το αντικείμενο του ρήματος) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρίβω
εσύ τρίβεις
αυτός / αυτή / αυτό τρίβει
εμείς τρίβουμε
εσείς τρίβετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρίβουν
Παρατατικός
εγώ έτριβα
εσύ έτριβες
αυτός / αυτή / αυτό έτριβε
εμείς τρίβαμε
εσείς τρίβατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτριβαν
Αόριστος
εγώ έτριψα
εσύ έτριψες
αυτός / αυτή / αυτό έτριψε
εμείς τρίψαμε
εσείς τρίψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτριψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρίψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τρίψω
εσύ τρίψεις
αυτός / αυτή / αυτό τρίψει
εμείς τρίψουμε
εσείς τρίψετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρίψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τρίβε
εσείς τρίβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τρίψε
εσείς τρίψτε
Απαρέμφατο αορίστου
τρίψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρίβομαι
εσύ τρίβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τρίβεται
εμείς τριβόμαστε
εσείς τρίβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τρίβονται
Παρατατικός
εγώ τριβόμουν
εσύ τριβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τριβόταν
εμείς τριβόμασταν
εσείς τριβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τρίβονταν
Αόριστος
εγώ τρίφτηκα
εσύ τρίφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό τρίφτηκε
εμείς τριφτήκαμε
εσείς τριφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τρίφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τριφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τριφτώ
εσύ τριφτείς
αυτός / αυτή / αυτό τριφτεί
εμείς τριφτούμε
εσείς τριφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τριφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τρίβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τρίψου
εσείς τριφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τριφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary