Conjugation of τρίβω
ˈtri.voμετακινώ κυκλικά ή παλινδρομικά ένα αντικείμενο πάνω σε μια επιφάνεια (η επιφάνεια είναι το αντικείμενο του ρήματος) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τρίβω |
| εσύ | τρίβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τρίβει |
| εμείς | τρίβουμε |
| εσείς | τρίβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τρίβουν |
Παρατατικός
| εγώ | έτριβα |
| εσύ | έτριβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έτριβε |
| εμείς | τρίβαμε |
| εσείς | τρίβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έτριβαν |
Αόριστος
| εγώ | έτριψα |
| εσύ | έτριψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έτριψε |
| εμείς | τρίψαμε |
| εσείς | τρίψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έτριψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τρίψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τρίψω |
| εσύ | τρίψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τρίψει |
| εμείς | τρίψουμε |
| εσείς | τρίψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τρίψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | τρίβε |
| εσείς | τρίβετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τρίψε |
| εσείς | τρίψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τρίψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τρίβομαι |
| εσύ | τρίβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τρίβεται |
| εμείς | τριβόμαστε |
| εσείς | τρίβεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τρίβονται |
Παρατατικός
| εγώ | τριβόμουν |
| εσύ | τριβόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | τριβόταν |
| εμείς | τριβόμασταν |
| εσείς | τριβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τρίβονταν |
Αόριστος
| εγώ | τρίφτηκα |
| εσύ | τρίφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τρίφτηκε |
| εμείς | τριφτήκαμε |
| εσείς | τριφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τρίφτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τριφτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τριφτώ |
| εσύ | τριφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τριφτεί |
| εμείς | τριφτούμε |
| εσείς | τριφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τριφτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τρίβεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τρίψου |
| εσείς | τριφτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τριφτεί |