HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τρέχω — definition

Conjugation of τρέχω

Regular CEFR B2
ˈtɾe.xo

ταλαιπωρώ κάποιον δίνοντάς του να κάνει βαριές ή δύσκολες εργασίες Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρέχω
εσύ τρέχεις
αυτός / αυτή / αυτό τρέχει
εμείς τρέχουμε
εσείς τρέχετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρέχουν
Παρατατικός
εγώ έτρεχα
εσύ έτρεχες
αυτός / αυτή / αυτό έτρεχε
εμείς τρέχαμε
εσείς τρέχατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτρεχαν
Αόριστος
εγώ έτρεξα
εσύ έτρεξες
αυτός / αυτή / αυτό έτρεξε
εμείς τρέξαμε
εσείς τρέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτρεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τρέξω
εσύ τρέξεις
αυτός / αυτή / αυτό τρέξει
εμείς τρέξουμε
εσείς τρέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τρέχε
εσείς τρέχετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τρέξε
εσείς τρέξτε
Απαρέμφατο αορίστου
τρέξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary