Conjugation of τρέχω
ˈtɾe.xoταλαιπωρώ κάποιον δίνοντάς του να κάνει βαριές ή δύσκολες εργασίες Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τρέχω |
| εσύ | τρέχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τρέχει |
| εμείς | τρέχουμε |
| εσείς | τρέχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τρέχουν |
Παρατατικός
| εγώ | έτρεχα |
| εσύ | έτρεχες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έτρεχε |
| εμείς | τρέχαμε |
| εσείς | τρέχατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έτρεχαν |
Αόριστος
| εγώ | έτρεξα |
| εσύ | έτρεξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έτρεξε |
| εμείς | τρέξαμε |
| εσείς | τρέξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έτρεξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τρέξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τρέξω |
| εσύ | τρέξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τρέξει |
| εμείς | τρέξουμε |
| εσείς | τρέξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τρέξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | τρέχε |
| εσείς | τρέχετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τρέξε |
| εσείς | τρέξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τρέξει |