Conjugation of τιμάω
tiˈma.oεορτάζω μια επίσημη γιορτή ή τη μνήμη ενός σημαντικού γεγονότος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τιμάω |
| εσύ | τιμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμάει |
| εμείς | τιμάμε |
| εσείς | τιμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμάνε |
Παρατατικός
| εγώ | τιμούσα |
| εσύ | τιμούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμούσε |
| εμείς | τιμούσαμε |
| εσείς | τιμούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμούσαν |
Αόριστος
| εγώ | τίμησα |
| εσύ | τίμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τίμησε |
| εμείς | τιμήσαμε |
| εσείς | τιμήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τίμησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τιμήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τιμήσω |
| εσύ | τιμήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμήσει |
| εμείς | τιμήσουμε |
| εσείς | τιμήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | τίμα |
| εσείς | τιμάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τίμησε |
| εσείς | τιμήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τιμήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τιμώμαι |
| εσύ | τιμάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμάται |
| εμείς | τιμόμαστε |
| εσείς | τιμάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμώνται |
Αόριστος
| εγώ | τιμήθηκα |
| εσύ | τιμήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμήθηκε |
| εμείς | τιμηθήκαμε |
| εσείς | τιμηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τιμηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τιμηθώ |
| εσύ | τιμηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμηθεί |
| εμείς | τιμηθούμε |
| εσείς | τιμηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμηθούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τιμήσου |
| εσείς | τιμηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τιμηθεί |