HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ταΐζω — definition

Conjugation of ταΐζω

Regular CEFR C2
taˈizo

πεθαίνω με τον χαρακτήρα μου σε διαδικτυακό παιχνίδι με αποτέλεσμα να δοθούν πόντοι στην εχθρική ομάδα και να αυξηθεί η πιθανότητα του να χάσει η δική μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ταΐζω
εσύ ταΐζεις
αυτός / αυτή / αυτό ταΐζει
εμείς ταΐζουμε
εσείς ταΐζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ταΐζουν
Παρατατικός
εγώ τάιζα
εσύ τάιζες
αυτός / αυτή / αυτό τάιζε
εμείς ταΐζαμε
εσείς ταΐζατε
αυτοί / αυτές / αυτά τάιζαν
Αόριστος
εγώ τάισα
εσύ τάισες
αυτός / αυτή / αυτό τάισε
εμείς ταΐσαμε
εσείς ταΐσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τάισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταΐσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ταΐσω
εσύ ταΐσεις
αυτός / αυτή / αυτό ταΐσει
εμείς ταΐσουμε
εσείς ταΐσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ταΐσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τάιζε
εσείς ταΐζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τάισε
εσείς ταΐστε
Απαρέμφατο αορίστου
ταΐσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ταΐζομαι
εσύ ταΐζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ταΐζεται
εμείς ταϊζόμαστε
εσείς ταΐζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ταΐζονται
Παρατατικός
εγώ ταϊζόμουν
εσύ ταϊζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ταϊζόταν
εμείς ταϊζόμασταν
εσείς ταϊζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ταΐζονταν
Αόριστος
εγώ ταΐστηκα
εσύ ταΐστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ταΐστηκε
εμείς ταϊστήκαμε
εσείς ταϊστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ταΐστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταϊστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ταϊστώ
εσύ ταϊστείς
αυτός / αυτή / αυτό ταϊστεί
εμείς ταϊστούμε
εσείς ταϊστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ταϊστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ταΐζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ταΐσου
εσείς ταϊστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ταϊστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary