Conjugation of ταιριάζω
terˈʝa.zoείμαι σε συμφωνία ή σε αρμονία με κάποιον ή κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ταιριάζω |
| εσύ | ταιριάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταιριάζει |
| εμείς | ταιριάζουμε |
| εσείς | ταιριάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταιριάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ταίριαζα |
| εσύ | ταίριαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταίριαζε |
| εμείς | ταιριάζαμε |
| εσείς | ταιριάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταίριαζαν |
Αόριστος
| εγώ | ταίριαξα |
| εσύ | ταίριαξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταίριαξε |
| εμείς | ταιριάξαμε |
| εσείς | ταιριάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταίριαξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ταιριάξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ταιριάξω |
| εσύ | ταιριάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταιριάξει |
| εμείς | ταιριάξουμε |
| εσείς | ταιριάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταιριάξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ταίριαζε |
| εσείς | ταιριάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ταίριαξε |
| εσείς | ταιριάξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ταιριάξει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.