HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σύρω — definition

Conjugation of σύρω

Regular CEFR C2
ˈsi.ro

άλλη μορφή του σέρνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σύρω
εσύ σύρεις
αυτός / αυτή / αυτό σύρει
εμείς σύρουμε
εσείς σύρετε
αυτοί / αυτές / αυτά σύρουν
Παρατατικός
εγώ έσυρα
εσύ έσυρες
αυτός / αυτή / αυτό έσυρε
εμείς σύραμε
εσείς σύρατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσυραν
Αόριστος
εγώ έσυρα
εσύ έσυρες
αυτός / αυτή / αυτό έσυρε
εμείς σύραμε
εσείς σύρατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσυραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σύρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σύρω
εσύ σύρεις
αυτός / αυτή / αυτό σύρει
εμείς σύρουμε
εσείς σύρετε
αυτοί / αυτές / αυτά σύρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σύρε
εσείς σύρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σύρε
εσείς σύρτε
Απαρέμφατο αορίστου
σύρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σύρομαι
εσύ σύρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σύρεται
εμείς συρόμαστε
εσείς σύρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σύρονται
Παρατατικός
εγώ συρόμουν
εσύ συρόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συρόταν
εμείς συρόμασταν
εσείς συρόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σύρονταν
Αόριστος
εγώ σύρθηκα
εσύ σύρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό σύρθηκε
εμείς συρθήκαμε
εσείς συρθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σύρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συρθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συρθώ
εσύ συρθείς
αυτός / αυτή / αυτό συρθεί
εμείς συρθούμε
εσείς συρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συρθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σύρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σύρσου
εσείς συρθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συρθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary