Conjugation of συσκέπτομαι
siˈsce.pto.meμετέχω σε συνάντηση στην οποία συζητιέται κάποιο ζήτημα και λαμβάνεται κάποια απόφαση απ’ όσους μετέχουν στη σύσκεψη Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συσκέπτομαι |
| εσύ | συσκέπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσκέπτεται |
| εμείς | συσκεπτόμαστε |
| εσείς | συσκέπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσκέπτονται |
Παρατατικός
| εγώ | συσκεπτόμουν |
| εσύ | συσκεπτόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσκεπτόταν |
| εμείς | συσκεπτόμασταν |
| εσείς | συσκεπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσκέπτονταν |
Αόριστος
| εγώ | συσκέφθηκα |
| εσύ | συσκέφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσκέφθηκε |
| εμείς | συσκεφθήκαμε |
| εσείς | συσκεφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσκέφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συσκεφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συσκεφθώ |
| εσύ | συσκεφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συσκεφθεί |
| εμείς | συσκεφθούμε |
| εσείς | συσκεφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συσκεφθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συσκέπτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | συσκεφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συσκεφθεί |