HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συσκέπτομαι — definition

Conjugation of συσκέπτομαι

Regular CEFR C1
siˈsce.pto.me

μετέχω σε συνάντηση στην οποία συζητιέται κάποιο ζήτημα και λαμβάνεται κάποια απόφαση απ’ όσους μετέχουν στη σύσκεψη Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συσκέπτομαι
εσύ συσκέπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συσκέπτεται
εμείς συσκεπτόμαστε
εσείς συσκέπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συσκέπτονται
Παρατατικός
εγώ συσκεπτόμουν
εσύ συσκεπτόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συσκεπτόταν
εμείς συσκεπτόμασταν
εσείς συσκεπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συσκέπτονταν
Αόριστος
εγώ συσκέφθηκα
εσύ συσκέφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό συσκέφθηκε
εμείς συσκεφθήκαμε
εσείς συσκεφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συσκέφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συσκεφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συσκεφθώ
εσύ συσκεφθείς
αυτός / αυτή / αυτό συσκεφθεί
εμείς συσκεφθούμε
εσείς συσκεφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συσκεφθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συσκέπτεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς συσκεφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συσκεφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary