HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σφυρίζω — definition

Conjugation of σφυρίζω

Regular CEFR B1
sfiˈri.zo

κάνω συριστικό ήχο με το στόμα μου χρησιμοποιώντας τα χείλη ή και τα δάχτυλα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σφυρίζω (σφυράω →)
εσύ σφυρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό σφυρίζει
εμείς σφυρίζουμε
εσείς σφυρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σφυρίζουν
Παρατατικός
εγώ σφύριζα
εσύ σφύριζες
αυτός / αυτή / αυτό σφύριζε
εμείς σφυρίζαμε
εσείς σφυρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά σφύριζαν
Αόριστος
εγώ σφύριξα
εσύ σφύριξες
αυτός / αυτή / αυτό σφύριξε
εμείς σφυρίξαμε
εσείς σφυρίξατε
αυτοί / αυτές / αυτά σφύριξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σφυρίξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σφυρίξω
εσύ σφυρίξεις
αυτός / αυτή / αυτό σφυρίξει
εμείς σφυρίξουμε
εσείς σφυρίξετε
αυτοί / αυτές / αυτά σφυρίξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σφύριζε
εσείς σφυρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σφύριξε
εσείς σφυρίξτε
Απαρέμφατο αορίστου
σφυρίξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σφυρίζομαι
εσύ σφυρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σφυρίζεται
εμείς σφυριζόμαστε
εσείς σφυρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σφυρίζονται
Παρατατικός
εγώ σφυριζόμουν
εσύ σφυριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σφυριζόταν
εμείς σφυριζόμασταν
εσείς σφυριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σφυρίζονταν
Αόριστος
εγώ σφυρίχτηκα
εσύ σφυρίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό σφυρίχτηκε
εμείς σφυριχτήκαμε
εσείς σφυριχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σφυρίχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σφυριχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σφυριχτώ
εσύ σφυριχτείς
αυτός / αυτή / αυτό σφυριχτεί
εμείς σφυριχτούμε
εσείς σφυριχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σφυριχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σφυρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σφυρίξου
εσείς σφυριχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σφυριχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary