HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συντρέχω — definition

Conjugation of συντρέχω

Regular CEFR B2
sinˈdɾe.xo

που συμβαίνει ταυτόχρονα με κάτι άλλο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συντρέχω
εσύ συντρέχεις
αυτός / αυτή / αυτό συντρέχει
εμείς συντρέχουμε
εσείς συντρέχετε
αυτοί / αυτές / αυτά συντρέχουν
Παρατατικός
εγώ συνέτρεχα
εσύ συνέτρεχες
αυτός / αυτή / αυτό συνέτρεχε
εμείς συντρέχαμε
εσείς συντρέχατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέτρεχαν
Αόριστος
εγώ συνέτρεξα
εσύ συνέτρεξες
αυτός / αυτή / αυτό συνέτρεξε
εμείς συντρέξαμε
εσείς συντρέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέτρεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συντρέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συντρέξω
εσύ συντρέξεις
αυτός / αυτή / αυτό συντρέξει
εμείς συντρέξουμε
εσείς συντρέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά συντρέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σύντρεχε
εσείς συντρέχετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σύντρεξε
εσείς συντρέξτε
Απαρέμφατο αορίστου
συντρέξει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary