HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συντρίβω — definition

Conjugation of συντρίβω

Regular CEFR B2
sinˈdri.vo

σπάω και διαλύω κάτι σε μικρά κομμάτια, πιέζοντάς το Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συντρίβω
εσύ συντρίβεις
αυτός / αυτή / αυτό συντρίβει
εμείς συντρίβουμε
εσείς συντρίβετε
αυτοί / αυτές / αυτά συντρίβουν
Παρατατικός
εγώ συνέτριβα
εσύ συνέτριβες
αυτός / αυτή / αυτό συνέτριβε
εμείς συντρίβαμε
εσείς συντρίβατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέτριβαν
Αόριστος
εγώ συνέτριψα
εσύ συνέτριψες
αυτός / αυτή / αυτό συνέτριψε
εμείς συντρίψαμε
εσείς συντρίψατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνέτριψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συντρίψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συντρίψω
εσύ συντρίψεις
αυτός / αυτή / αυτό συντρίψει
εμείς συντρίψουμε
εσείς συντρίψετε
αυτοί / αυτές / αυτά συντρίψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σύντριβε
εσείς συντρίβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σύντριψε
εσείς συντρίψτε
Απαρέμφατο αορίστου
συντρίψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συντρίβομαι
εσύ συντρίβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συντρίβεται
εμείς συντριβόμαστε
εσείς συντρίβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συντρίβονται
Παρατατικός
εγώ συντριβόμουν
εσύ συντριβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συντριβόταν
εμείς συντριβόμασταν
εσείς συντριβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συντρίβονταν
Αόριστος
εγώ συντρίφτηκα
εσύ συντρίφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό συντρίφτηκε
εμείς συντριφτήκαμε
εσείς συντριφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συντρίφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συντριφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συντριφτώ
εσύ συντριφτείς
αυτός / αυτή / αυτό συντριφτεί
εμείς συντριφτούμε
εσείς συντριφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συντριφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συντρίβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συντρίψου
εσείς συντριφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συντριφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary