Conjugation of συντρίβω
sinˈdri.voσπάω και διαλύω κάτι σε μικρά κομμάτια, πιέζοντάς το Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συντρίβω |
| εσύ | συντρίβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντρίβει |
| εμείς | συντρίβουμε |
| εσείς | συντρίβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντρίβουν |
Παρατατικός
| εγώ | συνέτριβα |
| εσύ | συνέτριβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέτριβε |
| εμείς | συντρίβαμε |
| εσείς | συντρίβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέτριβαν |
Αόριστος
| εγώ | συνέτριψα |
| εσύ | συνέτριψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνέτριψε |
| εμείς | συντρίψαμε |
| εσείς | συντρίψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνέτριψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συντρίψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συντρίψω |
| εσύ | συντρίψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντρίψει |
| εμείς | συντρίψουμε |
| εσείς | συντρίψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντρίψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σύντριβε |
| εσείς | συντρίβετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σύντριψε |
| εσείς | συντρίψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συντρίψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συντρίβομαι |
| εσύ | συντρίβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντρίβεται |
| εμείς | συντριβόμαστε |
| εσείς | συντρίβεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντρίβονται |
Παρατατικός
| εγώ | συντριβόμουν |
| εσύ | συντριβόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντριβόταν |
| εμείς | συντριβόμασταν |
| εσείς | συντριβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντρίβονταν |
Αόριστος
| εγώ | συντρίφτηκα |
| εσύ | συντρίφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντρίφτηκε |
| εμείς | συντριφτήκαμε |
| εσείς | συντριφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντρίφτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συντριφτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συντριφτώ |
| εσύ | συντριφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συντριφτεί |
| εμείς | συντριφτούμε |
| εσείς | συντριφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συντριφτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συντρίβεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συντρίψου |
| εσείς | συντριφτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συντριφτεί |