HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συμφωνώ — definition

Conjugation of συμφωνώ

Regular CEFR A2
siɱ.foˈno

καταλήγω με κάποιον άλλο σε συμφωνία πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, επιχειρηματική κ.λπ. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συμφωνώ
εσύ συμφωνείς
αυτός / αυτή / αυτό συμφωνεί
εμείς συμφωνούμε
εσείς συμφωνείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συμφωνούν
Παρατατικός
εγώ συμφωνούσα
εσύ συμφωνούσες
αυτός / αυτή / αυτό συμφωνούσε
εμείς συμφωνούσαμε
εσείς συμφωνούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμφωνούσαν
Αόριστος
εγώ συμφώνησα
εσύ συμφώνησες
αυτός / αυτή / αυτό συμφώνησε
εμείς συμφωνήσαμε
εσείς συμφωνήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμφώνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμφωνήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συμφωνήσω
εσύ συμφωνήσεις
αυτός / αυτή / αυτό συμφωνήσει
εμείς συμφωνήσουμε
εσείς συμφωνήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συμφωνήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συμφωνείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συμφώνησε
εσείς συμφωνήστε
Απαρέμφατο αορίστου
συμφωνήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συμφωνούμαι
εσύ συμφωνείσαι
αυτός / αυτή / αυτό συμφωνείται
εμείς συμφωνούμαστε
εσείς συμφωνείστε
αυτοί / αυτές / αυτά συμφωνούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό συμφωνούνταν
εμείς συμφωνούμασταν
εσείς [συμφωνούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά συμφωνούνταν
Αόριστος
εγώ συμφωνήθηκα
εσύ συμφωνήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό συμφωνήθηκε
εμείς συμφωνηθήκαμε
εσείς συμφωνηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμφωνήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμφωνηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συμφωνηθώ
εσύ συμφωνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό συμφωνηθεί
εμείς συμφωνηθούμε
εσείς συμφωνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συμφωνηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συμφωνείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συμφωνήσου
εσείς συμφωνηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συμφωνηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary