Conjugation of συμφωνώ
siɱ.foˈnoκαταλήγω με κάποιον άλλο σε συμφωνία πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, επιχειρηματική κ.λπ. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συμφωνώ |
| εσύ | συμφωνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμφωνεί |
| εμείς | συμφωνούμε |
| εσείς | συμφωνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμφωνούν |
Παρατατικός
| εγώ | συμφωνούσα |
| εσύ | συμφωνούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμφωνούσε |
| εμείς | συμφωνούσαμε |
| εσείς | συμφωνούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμφωνούσαν |
Αόριστος
| εγώ | συμφώνησα |
| εσύ | συμφώνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμφώνησε |
| εμείς | συμφωνήσαμε |
| εσείς | συμφωνήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμφώνησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συμφωνήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συμφωνήσω |
| εσύ | συμφωνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμφωνήσει |
| εμείς | συμφωνήσουμε |
| εσείς | συμφωνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμφωνήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συμφωνείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συμφώνησε |
| εσείς | συμφωνήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συμφωνήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συμφωνούμαι |
| εσύ | συμφωνείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμφωνείται |
| εμείς | συμφωνούμαστε |
| εσείς | συμφωνείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμφωνούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | συμφωνούνταν |
| εμείς | συμφωνούμασταν |
| εσείς | [συμφωνούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμφωνούνταν |
Αόριστος
| εγώ | συμφωνήθηκα |
| εσύ | συμφωνήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμφωνήθηκε |
| εμείς | συμφωνηθήκαμε |
| εσείς | συμφωνηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμφωνήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συμφωνηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συμφωνηθώ |
| εσύ | συμφωνηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμφωνηθεί |
| εμείς | συμφωνηθούμε |
| εσείς | συμφωνηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμφωνηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συμφωνείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συμφωνήσου |
| εσείς | συμφωνηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συμφωνηθεί |