HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συμψηφίζω — definition

Conjugation of συμψηφίζω

Regular CEFR B2
sim.psiˈfi.zo

αντιμετωπίζω αμοιβαίες ευθύνες ή σφάλματα με τρόπο που να θεωρούνται εξουδετερωμένα ή παραγραμμένα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συμψηφίζω
εσύ συμψηφίζεις
αυτός / αυτή / αυτό συμψηφίζει
εμείς συμψηφίζουμε
εσείς συμψηφίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά συμψηφίζουν
Παρατατικός
εγώ συμψήφιζα
εσύ συμψήφιζες
αυτός / αυτή / αυτό συμψήφιζε
εμείς συμψηφίζαμε
εσείς συμψηφίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμψήφιζαν
Αόριστος
εγώ συμψήφισα
εσύ συμψήφισες
αυτός / αυτή / αυτό συμψήφισε
εμείς συμψηφίσαμε
εσείς συμψηφίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμψήφισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμψηφίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συμψηφίσω
εσύ συμψηφίσεις
αυτός / αυτή / αυτό συμψηφίσει
εμείς συμψηφίσουμε
εσείς συμψηφίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά συμψηφίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ συμψήφιζε
εσείς συμψηφίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συμψήφισε
εσείς συμψηφίστε
Απαρέμφατο αορίστου
συμψηφίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συμψηφίζομαι
εσύ συμψηφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συμψηφίζεται
εμείς συμψηφιζόμαστε
εσείς συμψηφίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συμψηφίζονται
Παρατατικός
εγώ συμψηφιζόμουν
εσύ συμψηφιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συμψηφιζόταν
εμείς συμψηφιζόμασταν
εσείς συμψηφιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συμψηφίζονταν
Αόριστος
εγώ συμψηφίστηκα
εσύ συμψηφίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό συμψηφίστηκε
εμείς συμψηφιστήκαμε
εσείς συμψηφιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμψηφίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμψηφιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συμψηφιστώ
εσύ συμψηφιστείς
αυτός / αυτή / αυτό συμψηφιστεί
εμείς συμψηφιστούμε
εσείς συμψηφιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συμψηφιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συμψηφίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συμψηφίσου
εσείς συμψηφιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συμψηφιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary