Conjugation of συμψηφίζω
sim.psiˈfi.zoαντιμετωπίζω αμοιβαίες ευθύνες ή σφάλματα με τρόπο που να θεωρούνται εξουδετερωμένα ή παραγραμμένα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συμψηφίζω |
| εσύ | συμψηφίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμψηφίζει |
| εμείς | συμψηφίζουμε |
| εσείς | συμψηφίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμψηφίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | συμψήφιζα |
| εσύ | συμψήφιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμψήφιζε |
| εμείς | συμψηφίζαμε |
| εσείς | συμψηφίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμψήφιζαν |
Αόριστος
| εγώ | συμψήφισα |
| εσύ | συμψήφισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμψήφισε |
| εμείς | συμψηφίσαμε |
| εσείς | συμψηφίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμψήφισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συμψηφίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συμψηφίσω |
| εσύ | συμψηφίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμψηφίσει |
| εμείς | συμψηφίσουμε |
| εσείς | συμψηφίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμψηφίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συμψήφιζε |
| εσείς | συμψηφίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συμψήφισε |
| εσείς | συμψηφίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συμψηφίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συμψηφίζομαι |
| εσύ | συμψηφίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμψηφίζεται |
| εμείς | συμψηφιζόμαστε |
| εσείς | συμψηφίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμψηφίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | συμψηφιζόμουν |
| εσύ | συμψηφιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμψηφιζόταν |
| εμείς | συμψηφιζόμασταν |
| εσείς | συμψηφιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμψηφίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | συμψηφίστηκα |
| εσύ | συμψηφίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμψηφίστηκε |
| εμείς | συμψηφιστήκαμε |
| εσείς | συμψηφιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμψηφίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συμψηφιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συμψηφιστώ |
| εσύ | συμψηφιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμψηφιστεί |
| εμείς | συμψηφιστούμε |
| εσείς | συμψηφιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμψηφιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συμψηφίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συμψηφίσου |
| εσείς | συμψηφιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συμψηφιστεί |