HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συμβουλεύω — definition

Conjugation of συμβουλεύω

Regular CEFR C2
siɱ.vuˈle.vo

διατυπώνω την γνώμη μου και καθοδηγώ κάποιον ως προς το πώς πρέπει να ενεργήσει, να συμπεριφερθεί ή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, συχνά παρακινώντας τον να ακολουθήσει την γνώμη αυτή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συμβουλεύω
εσύ συμβουλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό συμβουλεύει
εμείς συμβουλεύουμε
εσείς συμβουλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά συμβουλεύουν
Παρατατικός
εγώ συμβούλευα
εσύ συμβούλευες
αυτός / αυτή / αυτό συμβούλευε
εμείς συμβουλεύαμε
εσείς συμβουλεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμβούλευαν
Αόριστος
εγώ συμβούλεψα
εσύ συμβούλεψες
αυτός / αυτή / αυτό συμβούλεψε
εμείς συμβουλέψαμε
εσείς συμβουλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμβούλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμβουλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συμβουλέψω
εσύ συμβουλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό συμβουλέψει
εμείς συμβουλέψουμε
εσείς συμβουλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά συμβουλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ συμβούλευε
εσείς συμβουλεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συμβούλεψε
εσείς συμβουλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
συμβουλέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συμβουλεύομαι
εσύ συμβουλεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συμβουλεύεται
εμείς συμβουλευόμαστε
εσείς συμβουλεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συμβουλεύονται
Παρατατικός
εγώ συμβουλευόμουν
εσύ συμβουλευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό συμβουλευόταν
εμείς συμβουλευόμασταν
εσείς συμβουλευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συμβουλεύονταν
Αόριστος
εγώ συμβουλεύτηκα
εσύ συμβουλεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό συμβουλεύτηκε
εμείς συμβουλευτήκαμε
εσείς συμβουλευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συμβουλεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συμβουλευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συμβουλευτώ
εσύ συμβουλευτείς
αυτός / αυτή / αυτό συμβουλευτεί
εμείς συμβουλευτούμε
εσείς συμβουλευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συμβουλευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συμβουλεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συμβουλέψου
εσείς συμβουλευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συμβουλευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary