Conjugation of συμβουλεύω
siɱ.vuˈle.voδιατυπώνω την γνώμη μου και καθοδηγώ κάποιον ως προς το πώς πρέπει να ενεργήσει, να συμπεριφερθεί ή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, συχνά παρακινώντας τον να ακολουθήσει την γνώμη αυτή Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συμβουλεύω |
| εσύ | συμβουλεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμβουλεύει |
| εμείς | συμβουλεύουμε |
| εσείς | συμβουλεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμβουλεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | συμβούλευα |
| εσύ | συμβούλευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμβούλευε |
| εμείς | συμβουλεύαμε |
| εσείς | συμβουλεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμβούλευαν |
Αόριστος
| εγώ | συμβούλεψα |
| εσύ | συμβούλεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμβούλεψε |
| εμείς | συμβουλέψαμε |
| εσείς | συμβουλέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμβούλεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συμβουλέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συμβουλέψω |
| εσύ | συμβουλέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμβουλέψει |
| εμείς | συμβουλέψουμε |
| εσείς | συμβουλέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμβουλέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | συμβούλευε |
| εσείς | συμβουλεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συμβούλεψε |
| εσείς | συμβουλέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συμβουλέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συμβουλεύομαι |
| εσύ | συμβουλεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμβουλεύεται |
| εμείς | συμβουλευόμαστε |
| εσείς | συμβουλεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμβουλεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | συμβουλευόμουν |
| εσύ | συμβουλευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμβουλευόταν |
| εμείς | συμβουλευόμασταν |
| εσείς | συμβουλευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμβουλεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | συμβουλεύτηκα |
| εσύ | συμβουλεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμβουλεύτηκε |
| εμείς | συμβουλευτήκαμε |
| εσείς | συμβουλευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμβουλεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συμβουλευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συμβουλευτώ |
| εσύ | συμβουλευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συμβουλευτεί |
| εμείς | συμβουλευτούμε |
| εσείς | συμβουλευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συμβουλευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συμβουλεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συμβουλέψου |
| εσείς | συμβουλευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συμβουλευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.