HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σταυρώνω — definition

Conjugation of σταυρώνω

Regular CEFR B2
staˈvɾo.no

σχηματίζω το σημείο του σταυρού ως ευλογία ή αποτρεπτικό του κακού Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σταυρώνω
εσύ σταυρώνεις
αυτός / αυτή / αυτό σταυρώνει
εμείς σταυρώνουμε
εσείς σταυρώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά σταυρώνουν
Παρατατικός
εγώ σταύρωνα
εσύ σταύρωνες
αυτός / αυτή / αυτό σταύρωνε
εμείς σταυρώναμε
εσείς σταυρώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά σταύρωναν
Αόριστος
εγώ σταύρωσα
εσύ σταύρωσες
αυτός / αυτή / αυτό σταύρωσε
εμείς σταυρώσαμε
εσείς σταυρώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σταύρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σταυρώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σταυρώσω
εσύ σταυρώσεις
αυτός / αυτή / αυτό σταυρώσει
εμείς σταυρώσουμε
εσείς σταυρώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σταυρώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σταύρωνε
εσείς σταυρώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σταύρωσε
εσείς σταυρώστε
Απαρέμφατο αορίστου
σταυρώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σταυρώνομαι
εσύ σταυρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σταυρώνεται
εμείς σταυρωνόμαστε
εσείς σταυρώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σταυρώνονται
Παρατατικός
εγώ σταυρωνόμουν
εσύ σταυρωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σταυρωνόταν
εμείς σταυρωνόμασταν
εσείς σταυρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σταυρώνονταν
Αόριστος
εγώ σταυρώθηκα
εσύ σταυρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό σταυρώθηκε
εμείς σταυρωθήκαμε
εσείς σταυρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σταυρώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σταυρωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σταυρωθώ
εσύ σταυρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό σταυρωθεί
εμείς σταυρωθούμε
εσείς σταυρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σταυρωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σταυρώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σταυρώσου
εσείς σταυρωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σταυρωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary