Conjugation of σταυρώνω
staˈvɾo.noσχηματίζω το σημείο του σταυρού ως ευλογία ή αποτρεπτικό του κακού Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σταυρώνω |
| εσύ | σταυρώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σταυρώνει |
| εμείς | σταυρώνουμε |
| εσείς | σταυρώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σταυρώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | σταύρωνα |
| εσύ | σταύρωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σταύρωνε |
| εμείς | σταυρώναμε |
| εσείς | σταυρώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σταύρωναν |
Αόριστος
| εγώ | σταύρωσα |
| εσύ | σταύρωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σταύρωσε |
| εμείς | σταυρώσαμε |
| εσείς | σταυρώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σταύρωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σταυρώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σταυρώσω |
| εσύ | σταυρώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σταυρώσει |
| εμείς | σταυρώσουμε |
| εσείς | σταυρώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σταυρώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σταύρωνε |
| εσείς | σταυρώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σταύρωσε |
| εσείς | σταυρώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σταυρώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σταυρώνομαι |
| εσύ | σταυρώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | σταυρώνεται |
| εμείς | σταυρωνόμαστε |
| εσείς | σταυρώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σταυρώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | σταυρωνόμουν |
| εσύ | σταυρωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | σταυρωνόταν |
| εμείς | σταυρωνόμασταν |
| εσείς | σταυρωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σταυρώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | σταυρώθηκα |
| εσύ | σταυρώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σταυρώθηκε |
| εμείς | σταυρωθήκαμε |
| εσείς | σταυρωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σταυρώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σταυρωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σταυρωθώ |
| εσύ | σταυρωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | σταυρωθεί |
| εμείς | σταυρωθούμε |
| εσείς | σταυρωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σταυρωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | σταυρώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σταυρώσου |
| εσείς | σταυρωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σταυρωθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.