HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στίβω — definition

Conjugation of στίβω

Regular CEFR B1
ˈsti.vo

άλλη γραφή του στείβω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στίβω
εσύ στίβεις
αυτός / αυτή / αυτό στίβει
εμείς στίβουμε
εσείς στίβετε
αυτοί / αυτές / αυτά στίβουν
Παρατατικός
εγώ έστιβα
εσύ έστιβες
αυτός / αυτή / αυτό έστιβε
εμείς στίβαμε
εσείς στίβατε
αυτοί / αυτές / αυτά έστιβαν
Αόριστος
εγώ έστιψα
εσύ έστιψες
αυτός / αυτή / αυτό έστιψε
εμείς στίψαμε
εσείς στίψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έστιψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στίψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στίψω
εσύ στίψεις
αυτός / αυτή / αυτό στίψει
εμείς στίψουμε
εσείς στίψετε
αυτοί / αυτές / αυτά στίψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στίβε
εσείς στίβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στίψε
εσείς στίψτε
Απαρέμφατο αορίστου
στίψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στίβομαι
εσύ στίβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στίβεται
εμείς στιβόμαστε
εσείς στίβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στίβονται
Παρατατικός
εγώ στιβόμουν
εσύ στιβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στιβόταν
εμείς στιβόμασταν
εσείς στιβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στίβονταν
Αόριστος
εγώ στίφτηκα
εσύ στίφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό στίφτηκε
εμείς στιφτήκαμε
εσείς στιφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στίφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στιφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στιφτώ
εσύ στιφτείς
αυτός / αυτή / αυτό στιφτεί
εμείς στιφτούμε
εσείς στιφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στιφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στίβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στίψου
εσείς στιφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στιφτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary