Conjugation of στιγματίζω
stiɣ.maˈti.zoαποδοκιμάζω έντονα, επικρίνω κάποιον / κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στιγματίζω |
| εσύ | στιγματίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στιγματίζει |
| εμείς | στιγματίζουμε |
| εσείς | στιγματίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στιγματίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | στιγμάτιζα |
| εσύ | στιγμάτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στιγμάτιζε |
| εμείς | στιγματίζαμε |
| εσείς | στιγματίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στιγμάτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | στιγμάτισα |
| εσύ | στιγμάτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στιγμάτισε |
| εμείς | στιγματίσαμε |
| εσείς | στιγματίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στιγμάτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στιγματίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στιγματίσω |
| εσύ | στιγματίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στιγματίσει |
| εμείς | στιγματίσουμε |
| εσείς | στιγματίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στιγματίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | στιγμάτιζε |
| εσείς | στιγματίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στιγμάτισε |
| εσείς | στιγματίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στιγματίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στιγματίζομαι |
| εσύ | στιγματίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | στιγματίζεται |
| εμείς | στιγματιζόμαστε |
| εσείς | στιγματίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στιγματίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | στιγματιζόμουν |
| εσύ | στιγματιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | στιγματιζόταν |
| εμείς | στιγματιζόμασταν |
| εσείς | στιγματιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στιγματίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | στιγματίστηκα |
| εσύ | στιγματίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στιγματίστηκε |
| εμείς | στιγματιστήκαμε |
| εσείς | στιγματιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στιγματίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στιγματιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στιγματιστώ |
| εσύ | στιγματιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | στιγματιστεί |
| εμείς | στιγματιστούμε |
| εσείς | στιγματιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στιγματιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στιγματίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στιγματίσου |
| εσείς | στιγματιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στιγματιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.