HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στιγματίζω — definition

Conjugation of στιγματίζω

Regular CEFR B2
stiɣ.maˈti.zo

αποδοκιμάζω έντονα, επικρίνω κάποιον / κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στιγματίζω
εσύ στιγματίζεις
αυτός / αυτή / αυτό στιγματίζει
εμείς στιγματίζουμε
εσείς στιγματίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά στιγματίζουν
Παρατατικός
εγώ στιγμάτιζα
εσύ στιγμάτιζες
αυτός / αυτή / αυτό στιγμάτιζε
εμείς στιγματίζαμε
εσείς στιγματίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά στιγμάτιζαν
Αόριστος
εγώ στιγμάτισα
εσύ στιγμάτισες
αυτός / αυτή / αυτό στιγμάτισε
εμείς στιγματίσαμε
εσείς στιγματίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά στιγμάτισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στιγματίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στιγματίσω
εσύ στιγματίσεις
αυτός / αυτή / αυτό στιγματίσει
εμείς στιγματίσουμε
εσείς στιγματίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά στιγματίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στιγμάτιζε
εσείς στιγματίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στιγμάτισε
εσείς στιγματίστε
Απαρέμφατο αορίστου
στιγματίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στιγματίζομαι
εσύ στιγματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στιγματίζεται
εμείς στιγματιζόμαστε
εσείς στιγματίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στιγματίζονται
Παρατατικός
εγώ στιγματιζόμουν
εσύ στιγματιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό στιγματιζόταν
εμείς στιγματιζόμασταν
εσείς στιγματιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στιγματίζονταν
Αόριστος
εγώ στιγματίστηκα
εσύ στιγματίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό στιγματίστηκε
εμείς στιγματιστήκαμε
εσείς στιγματιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στιγματίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στιγματιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στιγματιστώ
εσύ στιγματιστείς
αυτός / αυτή / αυτό στιγματιστεί
εμείς στιγματιστούμε
εσείς στιγματιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στιγματιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στιγματίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στιγματίσου
εσείς στιγματιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στιγματιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary