HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στάζω — definition

Conjugation of στάζω

Regular CEFR B1
ˈsta.zo

πέφτει ή εκκρίνεται σιγά σιγά υγρό που περιέχεται στο αντικείμενο ή που βρίσκεται πίσω από αυτό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στάζω
εσύ στάζεις
αυτός / αυτή / αυτό στάζει
εμείς στάζουμε
εσείς στάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά στάζουν
Παρατατικός
εγώ έσταζα
εσύ έσταζες
αυτός / αυτή / αυτό έσταζε
εμείς στάζαμε
εσείς στάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσταζαν
Αόριστος
εγώ έσταξα
εσύ έσταξες
αυτός / αυτή / αυτό έσταξε
εμείς στάξαμε
εσείς στάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσταξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στάξω
εσύ στάξεις
αυτός / αυτή / αυτό στάξει
εμείς στάξουμε
εσείς στάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά στάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στάζε
εσείς στάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στάξε
εσείς στάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
στάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στάζομαι
εσύ στάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό στάζεται
εμείς σταζόμαστε
εσείς στάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά στάζονται
Παρατατικός
εγώ σταζόμουν
εσύ σταζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σταζόταν
εμείς σταζόμασταν
εσείς σταζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά στάζονταν
Αόριστος
εγώ στάχτηκα
εσύ στάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό στάχτηκε
εμείς σταχτήκαμε
εσείς σταχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στάχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σταχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σταχτώ
εσύ σταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό σταχτεί
εμείς σταχτούμε
εσείς σταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σταχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στάξου
εσείς σταχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σταχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary