Conjugation of στάζω
ˈsta.zoπέφτει ή εκκρίνεται σιγά σιγά υγρό που περιέχεται στο αντικείμενο ή που βρίσκεται πίσω από αυτό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στάζω |
| εσύ | στάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στάζει |
| εμείς | στάζουμε |
| εσείς | στάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | έσταζα |
| εσύ | έσταζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έσταζε |
| εμείς | στάζαμε |
| εσείς | στάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έσταζαν |
Αόριστος
| εγώ | έσταξα |
| εσύ | έσταξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έσταξε |
| εμείς | στάξαμε |
| εσείς | στάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έσταξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στάξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στάξω |
| εσύ | στάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στάξει |
| εμείς | στάξουμε |
| εσείς | στάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στάξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | στάζε |
| εσείς | στάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στάξε |
| εσείς | στάξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στάξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στάζομαι |
| εσύ | στάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | στάζεται |
| εμείς | σταζόμαστε |
| εσείς | στάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | σταζόμουν |
| εσύ | σταζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | σταζόταν |
| εμείς | σταζόμασταν |
| εσείς | σταζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | στάχτηκα |
| εσύ | στάχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στάχτηκε |
| εμείς | σταχτήκαμε |
| εσείς | σταχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στάχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σταχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σταχτώ |
| εσύ | σταχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | σταχτεί |
| εμείς | σταχτούμε |
| εσείς | σταχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σταχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στάξου |
| εσείς | σταχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σταχτεί |