HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκοπεύω — definition

Conjugation of σκοπεύω

Regular CEFR B1
skoˈpe.vo

κοιτάζω προσεκτικά και σημαδεύω με κάποιο όπλο έναν στόχο μπροστά μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκοπεύω
εσύ σκοπεύεις
αυτός / αυτή / αυτό σκοπεύει
εμείς σκοπεύουμε
εσείς σκοπεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκοπεύουν
Παρατατικός
εγώ σκόπευα
εσύ σκόπευες
αυτός / αυτή / αυτό σκόπευε
εμείς σκοπεύαμε
εσείς σκοπεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκόπευαν
Αόριστος
εγώ σκόπευσα
εσύ σκόπευσες
αυτός / αυτή / αυτό σκόπευσε
εμείς σκοπεύσαμε
εσείς σκοπεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκόπευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκοπεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκοπεύσω
εσύ σκοπεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό σκοπεύσει
εμείς σκοπεύσουμε
εσείς σκοπεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκοπεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σκόπευε
εσείς σκοπεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκόπευσε
εσείς σκοπεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
σκοπεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary