HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκοράρω — definition

Conjugation of σκοράρω

Regular CEFR C2
skoˈɾa.ɾo

πετυχαίνω πόντους ή γκολ σε (αντίστοιχο) άθλημα μεταβάλλοντας, έτσι, το σκορ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκοράρω
εσύ σκοράρεις
αυτός / αυτή / αυτό σκοράρει
εμείς σκοράρουμε
εσείς σκοράρετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκοράρουν
Παρατατικός
εγώ σκόραρα
εσύ σκόραρες
αυτός / αυτή / αυτό σκόραρε
εμείς σκοράραμε
εσείς σκοράρατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκόραραν
Αόριστος
εγώ σκόραρα
εσύ σκόραρες
αυτός / αυτή / αυτό σκόραρε
εμείς σκοράραμε
εσείς σκοράρατε
αυτοί / αυτές / αυτά σκόραραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκοράρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκοράρω
εσύ σκοράρεις
αυτός / αυτή / αυτό σκοράρει
εμείς σκοράρουμε
εσείς σκοράρετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκοράρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σκόραρε
εσείς σκοράρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκόραρε
εσείς σκοράρετε
Απαρέμφατο αορίστου
σκοράρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary