Conjugation of ρυθμίζω
ɾiˈθmizoτακτοποιώ κάτι, ώστε να λειτουργεί σωστά και εύρυθμα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ρυθμίζω |
| εσύ | ρυθμίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρυθμίζει |
| εμείς | ρυθμίζουμε |
| εσείς | ρυθμίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρυθμίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ρύθμιζα |
| εσύ | ρύθμιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρύθμιζε |
| εμείς | ρυθμίζαμε |
| εσείς | ρυθμίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρύθμιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ρύθμισα |
| εσύ | ρύθμισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρύθμισε |
| εμείς | ρυθμίσαμε |
| εσείς | ρυθμίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρύθμισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ρυθμίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ρυθμίσω |
| εσύ | ρυθμίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρυθμίσει |
| εμείς | ρυθμίσουμε |
| εσείς | ρυθμίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρυθμίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ρύθμιζε |
| εσείς | ρυθμίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ρύθμισε |
| εσείς | ρυθμίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ρυθμίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ρυθμίζομαι |
| εσύ | ρυθμίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρυθμίζεται |
| εμείς | ρυθμιζόμαστε |
| εσείς | ρυθμίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρυθμίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ρυθμιζόμουν |
| εσύ | ρυθμιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρυθμιζόταν |
| εμείς | ρυθμιζόμασταν |
| εσείς | ρυθμιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρυθμίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ρυθμίστηκα |
| εσύ | ρυθμίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρυθμίστηκε |
| εμείς | ρυθμιστήκαμε |
| εσείς | ρυθμιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρυθμίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ρυθμιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ρυθμιστώ |
| εσύ | ρυθμιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ρυθμιστεί |
| εμείς | ρυθμιστούμε |
| εσείς | ρυθμιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ρυθμιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ρυθμίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ρυθμίσου |
| εσείς | ρυθμιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ρυθμιστεί |