HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ρυθμίζω — definition

Conjugation of ρυθμίζω

Regular CEFR B1
ɾiˈθmizo

τακτοποιώ κάτι, ώστε να λειτουργεί σωστά και εύρυθμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ρυθμίζω
εσύ ρυθμίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ρυθμίζει
εμείς ρυθμίζουμε
εσείς ρυθμίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ρυθμίζουν
Παρατατικός
εγώ ρύθμιζα
εσύ ρύθμιζες
αυτός / αυτή / αυτό ρύθμιζε
εμείς ρυθμίζαμε
εσείς ρυθμίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρύθμιζαν
Αόριστος
εγώ ρύθμισα
εσύ ρύθμισες
αυτός / αυτή / αυτό ρύθμισε
εμείς ρυθμίσαμε
εσείς ρυθμίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρύθμισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρυθμίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ρυθμίσω
εσύ ρυθμίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ρυθμίσει
εμείς ρυθμίσουμε
εσείς ρυθμίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ρυθμίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ρύθμιζε
εσείς ρυθμίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ρύθμισε
εσείς ρυθμίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ρυθμίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ρυθμίζομαι
εσύ ρυθμίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ρυθμίζεται
εμείς ρυθμιζόμαστε
εσείς ρυθμίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ρυθμίζονται
Παρατατικός
εγώ ρυθμιζόμουν
εσύ ρυθμιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ρυθμιζόταν
εμείς ρυθμιζόμασταν
εσείς ρυθμιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ρυθμίζονταν
Αόριστος
εγώ ρυθμίστηκα
εσύ ρυθμίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ρυθμίστηκε
εμείς ρυθμιστήκαμε
εσείς ρυθμιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ρυθμίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ρυθμιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ρυθμιστώ
εσύ ρυθμιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ρυθμιστεί
εμείς ρυθμιστούμε
εσείς ρυθμιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ρυθμιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ρυθμίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ρυθμίσου
εσείς ρυθμιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ρυθμιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary