Conjugation of προμηθεύω
pɾo.miˈθe.voδίνω σε κάποιον κάτι που του είναι απαραίτητο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προμηθεύω |
| εσύ | προμηθεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμηθεύει |
| εμείς | προμηθεύουμε |
| εσείς | προμηθεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμηθεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | προμήθευα |
| εσύ | προμήθευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμήθευε |
| εμείς | προμηθεύαμε |
| εσείς | προμηθεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμήθευαν |
Αόριστος
| εγώ | προμήθευσα |
| εσύ | προμήθευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμήθευσε |
| εμείς | προμηθεύσαμε |
| εσείς | προμηθεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμήθευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προμηθεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προμηθεύσω |
| εσύ | προμηθεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμηθεύσει |
| εμείς | προμηθεύσουμε |
| εσείς | προμηθεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμηθεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | προμήθευε |
| εσείς | προμηθεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προμήθευσε |
| εσείς | προμηθεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προμηθεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προμηθεύομαι |
| εσύ | προμηθεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμηθεύεται |
| εμείς | προμηθευόμαστε |
| εσείς | προμηθεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμηθεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | προμηθευόμουν |
| εσύ | προμηθευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμηθευόταν |
| εμείς | προμηθευόμασταν |
| εσείς | προμηθευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμηθεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | προμηθεύτηκα |
| εσύ | προμηθεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμηθεύτηκε |
| εμείς | προμηθευτήκαμε |
| εσείς | προμηθευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμηθεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προμηθευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προμηθευτώ |
| εσύ | προμηθευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμηθευτεί |
| εμείς | προμηθευτούμε |
| εσείς | προμηθευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμηθευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προμηθεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προμηθεύσου |
| εσείς | προμηθευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προμηθευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.