Conjugation of προμηνύω
pro.miˈni.oπροαναγγέλλω, φανερώνω ενδείξεις ότι κάτι πρόκειται να συμβεί, προοιωνίζομαι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προμηνύω |
| εσύ | προμηνύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμηνύει |
| εμείς | προμηνύουμε |
| εσείς | προμηνύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμηνύουν |
Παρατατικός
| εγώ | προμήνυα |
| εσύ | προμήνυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμήνυε |
| εμείς | προμηνύαμε |
| εσείς | προμηνύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμήνυαν |
Αόριστος
| εγώ | προμήνυσα |
| εσύ | προμήνυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμήνυσε |
| εμείς | προμηνύσαμε |
| εσείς | προμηνύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμήνυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προμηνύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προμηνύσω |
| εσύ | προμηνύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμηνύσει |
| εμείς | προμηνύσουμε |
| εσείς | προμηνύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμηνύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | προμήνυε |
| εσείς | προμηνύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προμήνυσε |
| εσείς | προμηνύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προμηνύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προμηνύομαι |
| εσύ | προμηνύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμηνύεται |
| εμείς | προμηνυόμαστε |
| εσείς | προμηνύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμηνύονται |
Παρατατικός
| εγώ | προμηνυόμουν |
| εσύ | προμηνυόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμηνυόταν |
| εμείς | προμηνυόμασταν |
| εσείς | προμηνυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμηνύονταν |
Αόριστος
| εγώ | προμηνύθηκα |
| εσύ | προμηνύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμηνύθηκε |
| εμείς | προμηνυθήκαμε |
| εσείς | προμηνυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμηνύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προμηνυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προμηνυθώ |
| εσύ | προμηνυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προμηνυθεί |
| εμείς | προμηνυθούμε |
| εσείς | προμηνυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προμηνυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προμηνύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προμηνύσου |
| εσείς | προμηνυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προμηνυθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.