HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προμηνύω — definition

Conjugation of προμηνύω

Regular CEFR B2
pro.miˈni.o

προαναγγέλλω, φανερώνω ενδείξεις ότι κάτι πρόκειται να συμβεί, προοιωνίζομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προμηνύω
εσύ προμηνύεις
αυτός / αυτή / αυτό προμηνύει
εμείς προμηνύουμε
εσείς προμηνύετε
αυτοί / αυτές / αυτά προμηνύουν
Παρατατικός
εγώ προμήνυα
εσύ προμήνυες
αυτός / αυτή / αυτό προμήνυε
εμείς προμηνύαμε
εσείς προμηνύατε
αυτοί / αυτές / αυτά προμήνυαν
Αόριστος
εγώ προμήνυσα
εσύ προμήνυσες
αυτός / αυτή / αυτό προμήνυσε
εμείς προμηνύσαμε
εσείς προμηνύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά προμήνυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προμηνύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προμηνύσω
εσύ προμηνύσεις
αυτός / αυτή / αυτό προμηνύσει
εμείς προμηνύσουμε
εσείς προμηνύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά προμηνύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ προμήνυε
εσείς προμηνύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προμήνυσε
εσείς προμηνύστε
Απαρέμφατο αορίστου
προμηνύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προμηνύομαι
εσύ προμηνύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό προμηνύεται
εμείς προμηνυόμαστε
εσείς προμηνύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά προμηνύονται
Παρατατικός
εγώ προμηνυόμουν
εσύ προμηνυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό προμηνυόταν
εμείς προμηνυόμασταν
εσείς προμηνυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά προμηνύονταν
Αόριστος
εγώ προμηνύθηκα
εσύ προμηνύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό προμηνύθηκε
εμείς προμηνυθήκαμε
εσείς προμηνυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά προμηνύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προμηνυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προμηνυθώ
εσύ προμηνυθείς
αυτός / αυτή / αυτό προμηνυθεί
εμείς προμηνυθούμε
εσείς προμηνυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προμηνυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προμηνύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προμηνύσου
εσείς προμηνυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
προμηνυθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary