HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προκύπτει — definition

Conjugation of προκύπτει

Regular CEFR C2
proˈci.pti

για κάτι που συμβαίνει ή γίνεται γνωστό απροσδόκητα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
αυτός / αυτή / αυτό προκύπτει
αυτοί / αυτές / αυτά προκύπτουν
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό προέκυπτε
αυτοί / αυτές / αυτά προέκυπταν
Αόριστος
αυτός / αυτή / αυτό προέκυψε
αυτοί / αυτές / αυτά προέκυψαν
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
αυτός / αυτή / αυτό προκύψει
αυτοί / αυτές / αυτά προκύψουν
Απαρέμφατο αορίστου
προκύψει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary