Conjugation of προκύπτει
proˈci.ptiγια κάτι που συμβαίνει ή γίνεται γνωστό απροσδόκητα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| αυτός / αυτή / αυτό | προκύπτει |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προκύπτουν |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | προέκυπτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προέκυπταν |
Αόριστος
| αυτός / αυτή / αυτό | προέκυψε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προέκυψαν |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| αυτός / αυτή / αυτό | προκύψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προκύψουν |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προκύψει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.