HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πρεζάρω — definition

Conjugation of πρεζάρω

Regular CEFR B1
pɾeˈzaɾo

παίρνω πρέζα (ναρκωτικά) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πρεζάρω
εσύ πρεζάρεις
αυτός / αυτή / αυτό πρεζάρει
εμείς πρεζάρουμε
εσείς πρεζάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά πρεζάρουν
Παρατατικός
εγώ πρέζαρα
εσύ πρέζαρες
αυτός / αυτή / αυτό πρέζαρε
εμείς πρεζάραμε
εσείς πρεζάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρέζαραν
Αόριστος
εγώ πρέζαρα
εσύ πρέζαρες
αυτός / αυτή / αυτό πρέζαρε
εμείς πρεζάραμε
εσείς πρεζάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρέζαραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πρεζάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πρεζάρω
εσύ πρεζάρεις
αυτός / αυτή / αυτό πρεζάρει
εμείς πρεζάρουμε
εσείς πρεζάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά πρεζάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πρέζαρε
εσείς πρεζάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πρέζαρε
εσείς πρεζάρτε
Απαρέμφατο αορίστου
πρεζάρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary