HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πουδράρω — definition

Conjugation of πουδράρω

Regular CEFR B2
puˈðɾaɾo

ρίχνω πούδρα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πουδράρω
εσύ πουδράρεις
αυτός / αυτή / αυτό πουδράρει
εμείς πουδράρουμε
εσείς πουδράρετε
αυτοί / αυτές / αυτά πουδράρουν
Παρατατικός
εγώ πούδραρα
εσύ πούδραρες
αυτός / αυτή / αυτό πούδραρε
εμείς πουδράραμε
εσείς πουδράρατε
αυτοί / αυτές / αυτά πούδραραν
Αόριστος
εγώ πούδραρα
εσύ πούδραρες
αυτός / αυτή / αυτό πούδραρε
εμείς πουδράραμε
εσείς πουδράρατε
αυτοί / αυτές / αυτά πούδραραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πουδράρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πουδράρω
εσύ πουδράρεις
αυτός / αυτή / αυτό πουδράρει
εμείς πουδράρουμε
εσείς πουδράρετε
αυτοί / αυτές / αυτά πουδράρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πούδραρε
εσείς πουδράρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πούδραρε
εσείς πουδράρετε
Απαρέμφατο αορίστου
πουδράρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πουδράρομαι
εσύ πουδράρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πουδράρεται
εμείς πουδραριζόμαστε
εσείς πουδράρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πουδράρονται
Παρατατικός
εγώ πουδραριζόμουν
εσύ πουδραριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πουδραριζόταν
εμείς πουδραριζόμασταν
εσείς πουδραριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πουδράρονταν
Αόριστος
εγώ πουδραρίστηκα
εσύ πουδραρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό πουδραρίστηκε
εμείς πουδραριστήκαμε
εσείς πουδραριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πουδραρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πουδραριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πουδραριστώ
εσύ πουδραριστείς
αυτός / αυτή / αυτό πουδραριστεί
εμείς πουδραριστούμε
εσείς πουδραριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πουδραριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πουδράρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πουδραρίσου
εσείς πουδραριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πουδραριστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary