HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πουλάω — definition

Conjugation of πουλάω

Regular CEFR B2
puˈla.o

μεταφέρω ορισμένο αγαθό ή δικαίωμα ενάντι χρηματικής αποζημίωσης Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πουλάω
εσύ πουλάς
αυτός / αυτή / αυτό πουλάει
εμείς πουλάμε
εσείς πουλάτε
αυτοί / αυτές / αυτά πουλάνε
Παρατατικός
εγώ πουλούσα
εσύ πουλούσες
αυτός / αυτή / αυτό πουλούσε
εμείς πουλούσαμε
εσείς πουλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πουλούσαν
Αόριστος
εγώ πούλησα
εσύ πούλησες
αυτός / αυτή / αυτό πούλησε
εμείς πουλήσαμε
εσείς πουλήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πούλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πουλήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πουλήσω
εσύ πουλήσεις
αυτός / αυτή / αυτό πουλήσει
εμείς πουλήσουμε
εσείς πουλήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πουλήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πούλα
εσείς πουλάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πούλησε
εσείς πουλήστε
Απαρέμφατο αορίστου
πουλήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πουλιέμαι
εσύ πουλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό πουλιέται
εμείς πουλιόμαστε
εσείς πουλιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά πουλιούνται
Παρατατικός
εγώ πουλιόμουν
εσύ πουλιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πουλιόταν
εμείς πουλιόμασταν
εσείς πουλιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πουλιόνταν
Αόριστος
εγώ πουλήθηκα
εσύ πουλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό πουλήθηκε
εμείς πουληθήκαμε
εσείς πουληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πουλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πουληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πουληθώ
εσύ πουληθείς
αυτός / αυτή / αυτό πουληθεί
εμείς πουληθούμε
εσείς πουληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πουληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πουλιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πουλήσου
εσείς πουληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πουληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary