Conjugation of πλακώνω
plaˈko.noαπό την πάνω μεριά, με βαρύ αντικείμενο που μπορεί να προκαλέσει και σύνθλιψη Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πλακώνω |
| εσύ | πλακώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλακώνει |
| εμείς | πλακώνουμε |
| εσείς | πλακώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλακώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | πλάκωνα |
| εσύ | πλάκωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλάκωνε |
| εμείς | πλακώναμε |
| εσείς | πλακώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλάκωναν |
Αόριστος
| εγώ | πλάκωσα |
| εσύ | πλάκωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλάκωσε |
| εμείς | πλακώσαμε |
| εσείς | πλακώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλάκωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πλακώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πλακώσω |
| εσύ | πλακώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλακώσει |
| εμείς | πλακώσουμε |
| εσείς | πλακώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλακώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πλάκωνε |
| εσείς | πλακώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πλάκωσε |
| εσείς | πλακώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πλακώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πλακώνομαι |
| εσύ | πλακώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλακώνεται |
| εμείς | πλακωνόμαστε |
| εσείς | πλακώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλακώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | πλακωνόμουν |
| εσύ | πλακωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλακωνόταν |
| εμείς | πλακωνόμασταν |
| εσείς | πλακωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλακώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | πλακώθηκα |
| εσύ | πλακώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλακώθηκε |
| εμείς | πλακωθήκαμε |
| εσείς | πλακωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλακώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πλακωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πλακωθώ |
| εσύ | πλακωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλακωθεί |
| εμείς | πλακωθούμε |
| εσείς | πλακωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλακωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πλακώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πλακώσου |
| εσείς | πλακωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πλακωθεί |