HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πλακώνω — definition

Conjugation of πλακώνω

Regular CEFR B1
plaˈko.no

από την πάνω μεριά, με βαρύ αντικείμενο που μπορεί να προκαλέσει και σύνθλιψη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πλακώνω
εσύ πλακώνεις
αυτός / αυτή / αυτό πλακώνει
εμείς πλακώνουμε
εσείς πλακώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλακώνουν
Παρατατικός
εγώ πλάκωνα
εσύ πλάκωνες
αυτός / αυτή / αυτό πλάκωνε
εμείς πλακώναμε
εσείς πλακώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλάκωναν
Αόριστος
εγώ πλάκωσα
εσύ πλάκωσες
αυτός / αυτή / αυτό πλάκωσε
εμείς πλακώσαμε
εσείς πλακώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλάκωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλακώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πλακώσω
εσύ πλακώσεις
αυτός / αυτή / αυτό πλακώσει
εμείς πλακώσουμε
εσείς πλακώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλακώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πλάκωνε
εσείς πλακώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλάκωσε
εσείς πλακώστε
Απαρέμφατο αορίστου
πλακώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πλακώνομαι
εσύ πλακώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πλακώνεται
εμείς πλακωνόμαστε
εσείς πλακώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πλακώνονται
Παρατατικός
εγώ πλακωνόμουν
εσύ πλακωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πλακωνόταν
εμείς πλακωνόμασταν
εσείς πλακωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πλακώνονταν
Αόριστος
εγώ πλακώθηκα
εσύ πλακώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό πλακώθηκε
εμείς πλακωθήκαμε
εσείς πλακωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλακώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλακωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πλακωθώ
εσύ πλακωθείς
αυτός / αυτή / αυτό πλακωθεί
εμείς πλακωθούμε
εσείς πλακωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πλακωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πλακώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλακώσου
εσείς πλακωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πλακωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary