HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πλάθω — definition

Conjugation of πλάθω

Regular CEFR B1
ˈpla.θo

επηρεάζω καθοριστικά με την παρουσία, τη διδασκαλία και το παράδειγμα μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πλάθω
εσύ πλάθεις
αυτός / αυτή / αυτό πλάθει
εμείς πλάθουμε
εσείς πλάθετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλάθουν
Παρατατικός
εγώ έπλαθα
εσύ έπλαθες
αυτός / αυτή / αυτό έπλαθε
εμείς πλάθαμε
εσείς πλάθατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπλαθαν
Αόριστος
εγώ έπλασα
εσύ έπλασες
αυτός / αυτή / αυτό έπλασε
εμείς πλάσαμε
εσείς πλάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπλασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πλάσω
εσύ πλάσεις
αυτός / αυτή / αυτό πλάσει
εμείς πλάσουμε
εσείς πλάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πλάθε
εσείς πλάθετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλάσε
εσείς πλάστε
Απαρέμφατο αορίστου
πλάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πλάθομαι
εσύ πλάθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πλάθεται
εμείς πλαθόμαστε
εσείς πλάθεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πλάθονται
Παρατατικός
εγώ πλαθόμουν
εσύ πλαθόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πλαθόταν
εμείς πλαθόμασταν
εσείς πλαθόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πλάθονταν
Αόριστος
εγώ πλάστηκα
εσύ πλάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό πλάστηκε
εμείς πλαστήκαμε
εσείς πλαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πλαστώ
εσύ πλαστείς
αυτός / αυτή / αυτό πλαστεί
εμείς πλαστούμε
εσείς πλαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πλαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πλάθεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλάσου
εσείς πλαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πλαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary