Conjugation of πλάθω
ˈpla.θoεπηρεάζω καθοριστικά με την παρουσία, τη διδασκαλία και το παράδειγμα μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πλάθω |
| εσύ | πλάθεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλάθει |
| εμείς | πλάθουμε |
| εσείς | πλάθετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλάθουν |
Παρατατικός
| εγώ | έπλαθα |
| εσύ | έπλαθες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπλαθε |
| εμείς | πλάθαμε |
| εσείς | πλάθατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπλαθαν |
Αόριστος
| εγώ | έπλασα |
| εσύ | έπλασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπλασε |
| εμείς | πλάσαμε |
| εσείς | πλάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπλασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πλάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πλάσω |
| εσύ | πλάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλάσει |
| εμείς | πλάσουμε |
| εσείς | πλάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πλάθε |
| εσείς | πλάθετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πλάσε |
| εσείς | πλάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πλάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πλάθομαι |
| εσύ | πλάθεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλάθεται |
| εμείς | πλαθόμαστε |
| εσείς | πλάθεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλάθονται |
Παρατατικός
| εγώ | πλαθόμουν |
| εσύ | πλαθόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλαθόταν |
| εμείς | πλαθόμασταν |
| εσείς | πλαθόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλάθονταν |
Αόριστος
| εγώ | πλάστηκα |
| εσύ | πλάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλάστηκε |
| εμείς | πλαστήκαμε |
| εσείς | πλαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πλαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πλαστώ |
| εσύ | πλαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλαστεί |
| εμείς | πλαστούμε |
| εσείς | πλαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πλάθεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πλάσου |
| εσείς | πλαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πλαστεί |