HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πιάνω — definition

Conjugation of πιάνω

Regular CEFR B2
ˈpça.no

ακινητοποιώ ένα κινούμενο αντικείμενο με τα χέρια μου και το έχω στην κατοχή μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πιάνω
εσύ πιάνεις
αυτός / αυτή / αυτό πιάνει
εμείς πιάνουμε
εσείς πιάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά πιάνουν
Παρατατικός
εγώ έπιανα
εσύ έπιανες
αυτός / αυτή / αυτό έπιανε
εμείς πιάναμε
εσείς πιάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπιαναν
Αόριστος
εγώ έπιασα
εσύ έπιασες
αυτός / αυτή / αυτό έπιασε
εμείς πιάσαμε
εσείς πιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πιάσω
εσύ πιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό πιάσει
εμείς πιάσουμε
εσείς πιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πιάνε
εσείς πιάνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πιάσε
εσείς πιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
πιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πιάνομαι
εσύ πιάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πιάνεται
εμείς πιανόμαστε
εσείς πιάνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πιάνονται
Παρατατικός
εγώ πιανόμουν
εσύ πιανόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πιανόταν
εμείς πιανόμασταν
εσείς πιανόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πιάνονταν
Αόριστος
εγώ πιάστηκα
εσύ πιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό πιάστηκε
εμείς πιαστήκαμε
εσείς πιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πιαστώ
εσύ πιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό πιαστεί
εμείς πιαστούμε
εσείς πιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πιάνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πιάσου
εσείς πιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary