Conjugation of πιάνω
ˈpça.noακινητοποιώ ένα κινούμενο αντικείμενο με τα χέρια μου και το έχω στην κατοχή μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πιάνω |
| εσύ | πιάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιάνει |
| εμείς | πιάνουμε |
| εσείς | πιάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιάνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έπιανα |
| εσύ | έπιανες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπιανε |
| εμείς | πιάναμε |
| εσείς | πιάνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπιαναν |
Αόριστος
| εγώ | έπιασα |
| εσύ | έπιασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπιασε |
| εμείς | πιάσαμε |
| εσείς | πιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπιασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πιάσω |
| εσύ | πιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιάσει |
| εμείς | πιάσουμε |
| εσείς | πιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πιάνε |
| εσείς | πιάνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πιάσε |
| εσείς | πιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πιάνομαι |
| εσύ | πιάνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιάνεται |
| εμείς | πιανόμαστε |
| εσείς | πιάνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιάνονται |
Παρατατικός
| εγώ | πιανόμουν |
| εσύ | πιανόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιανόταν |
| εμείς | πιανόμασταν |
| εσείς | πιανόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιάνονταν |
Αόριστος
| εγώ | πιάστηκα |
| εσύ | πιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιάστηκε |
| εμείς | πιαστήκαμε |
| εσείς | πιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πιαστώ |
| εσύ | πιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιαστεί |
| εμείς | πιαστούμε |
| εσείς | πιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πιάνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πιάσου |
| εσείς | πιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πιαστεί |