HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← περνάω — definition

Conjugation of περνάω

Regular CEFR B1
peɾˈna.o

εκτελώ σε ένα αντικείμενο μια ορισμένη εργασία (ιδίως όταν αυτό επαναλαμβάνεται) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ περνάω
εσύ περνάς
αυτός / αυτή / αυτό περνάει
εμείς περνάμε
εσείς περνάτε
αυτοί / αυτές / αυτά περνάνε
Παρατατικός
εγώ περνούσα
εσύ περνούσες
αυτός / αυτή / αυτό περνούσε
εμείς περνούσαμε
εσείς περνούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά περνούσαν
Αόριστος
εγώ πέρασα
εσύ πέρασες
αυτός / αυτή / αυτό πέρασε
εμείς περάσαμε
εσείς περάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πέρασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ περάσω
εσύ περάσεις
αυτός / αυτή / αυτό περάσει
εμείς περάσουμε
εσείς περάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά περάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πέρνα
εσείς περνάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πέρασε
εσείς περάστε
Απαρέμφατο αορίστου
περάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ περνιέμαι
εσύ περνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό περνιέται
εμείς περνιόμαστε
εσείς περνιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά περνιούνται
Παρατατικός
εγώ περνιόμουν
εσύ περνιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό περνιόταν
εμείς περνιόμασταν
εσείς περνιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά περνιόνταν
Αόριστος
εγώ περάστηκα
εσύ περάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό περάστηκε
εμείς περαστήκαμε
εσείς περαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά περάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ περαστώ
εσύ περαστείς
αυτός / αυτή / αυτό περαστεί
εμείς περαστούμε
εσείς περαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά περαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς περνιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ περάσου
εσείς περαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
περαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary