Conjugation of περνάω
peɾˈna.oεκτελώ σε ένα αντικείμενο μια ορισμένη εργασία (ιδίως όταν αυτό επαναλαμβάνεται) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | περνάω |
| εσύ | περνάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | περνάει |
| εμείς | περνάμε |
| εσείς | περνάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περνάνε |
Παρατατικός
| εγώ | περνούσα |
| εσύ | περνούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | περνούσε |
| εμείς | περνούσαμε |
| εσείς | περνούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περνούσαν |
Αόριστος
| εγώ | πέρασα |
| εσύ | πέρασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πέρασε |
| εμείς | περάσαμε |
| εσείς | περάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πέρασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα περάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | περάσω |
| εσύ | περάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | περάσει |
| εμείς | περάσουμε |
| εσείς | περάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πέρνα |
| εσείς | περνάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πέρασε |
| εσείς | περάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | περάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | περνιέμαι |
| εσύ | περνιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | περνιέται |
| εμείς | περνιόμαστε |
| εσείς | περνιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περνιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | περνιόμουν |
| εσύ | περνιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | περνιόταν |
| εμείς | περνιόμασταν |
| εσείς | περνιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περνιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | περάστηκα |
| εσύ | περάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | περάστηκε |
| εμείς | περαστήκαμε |
| εσείς | περαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα περαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | περαστώ |
| εσύ | περαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | περαστεί |
| εμείς | περαστούμε |
| εσείς | περαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | περνιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | περάσου |
| εσείς | περαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | περαστεί |