HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πελεκώ — definition

Conjugation of πελεκώ

Regular CEFR B1
pe.leˈko

άλλη μορφή του πελεκάω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πελεκάω
εσύ πελεκάς
αυτός / αυτή / αυτό πελεκάει
εμείς πελεκάμε
εσείς πελεκάτε
αυτοί / αυτές / αυτά πελεκάνε
Παρατατικός
εγώ πελεκούσα
εσύ πελεκούσες
αυτός / αυτή / αυτό πελεκούσε
εμείς πελεκούσαμε
εσείς πελεκούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πελεκούσαν
Αόριστος
εγώ πελέκησα
εσύ πελέκησες
αυτός / αυτή / αυτό πελέκησε
εμείς πελεκήσαμε
εσείς πελεκήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πελέκησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πελεκήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πελεκήσω
εσύ πελεκήσεις
αυτός / αυτή / αυτό πελεκήσει
εμείς πελεκήσουμε
εσείς πελεκήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πελεκήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πελέκα
εσείς πελεκάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πελέκησε
εσείς πελεκήστε
Απαρέμφατο αορίστου
πελεκήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πελεκιέμαι
εσύ πελεκιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό πελεκιέται
εμείς πελεκιόμαστε
εσείς πελεκιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά πελεκιούνται
Παρατατικός
εγώ πελεκιόμουν
εσύ πελεκιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πελεκιόταν
εμείς πελεκιόμασταν
εσείς πελεκιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πελεκιόνταν
Αόριστος
εγώ πελεκήθηκα
εσύ πελεκήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό πελεκήθηκε
εμείς πελεκηθήκαμε
εσείς πελεκηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πελεκήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πελεκηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πελεκηθώ
εσύ πελεκηθείς
αυτός / αυτή / αυτό πελεκηθεί
εμείς πελεκηθούμε
εσείς πελεκηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πελεκηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πελεκιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πελεκήσου
εσείς πελεκηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πελεκηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary