HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πέμπω — definition

Conjugation of πέμπω

Regular CEFR B1
ˈpem.bo

στέλνω κάποιον ή κάτι σε ένα συγκεκριμένο τόπο για ένα συγκεκριμένο σκοπό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πέμπω
εσύ πέμπεις
αυτός / αυτή / αυτό πέμπει
εμείς πέμπουμε
εσείς πέμπετε
αυτοί / αυτές / αυτά πέμπουν
Παρατατικός
εγώ έπεμπα
εσύ έπεμπες
αυτός / αυτή / αυτό έπεμπε
εμείς πέμπαμε
εσείς πέμπατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπεμπαν
Αόριστος
εγώ έπεμψα
εσύ έπεμψες
αυτός / αυτή / αυτό έπεμψε
εμείς πέμψαμε
εσείς πέμψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπεμψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πέμψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πέμψω
εσύ πέμψεις
αυτός / αυτή / αυτό πέμψει
εμείς πέμψουμε
εσείς πέμψετε
αυτοί / αυτές / αυτά πέμψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πέμπε
εσείς πέμπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πέμψε
εσείς πέμψτε
Απαρέμφατο αορίστου
πέμψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πέμπομαι
εσύ πέμπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πέμπεται
εμείς πεμπόμαστε
εσείς πέμπεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πέμπονται
Παρατατικός
εγώ πεμπόμουν
εσύ πεμπόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πεμπόταν
εμείς πεμπόμασταν
εσείς πεμπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πέμπονταν
Αόριστος
εγώ πέμφθηκα
εσύ πέμφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό πέμφθηκε
εμείς πεμφθήκαμε
εσείς πεμφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πέμφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πεμφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πεμφθώ
εσύ πεμφθείς
αυτός / αυτή / αυτό πεμφθεί
εμείς πεμφθούμε
εσείς πεμφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πεμφθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πέμπεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πέμψου
εσείς πεμφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πεμφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary