HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παθαίνω — definition

Conjugation of παθαίνω

Regular CEFR C2
paˈθeno

υφίσταμαι κάτι δυσάρεστο, πάσχω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παθαίνω
εσύ παθαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό παθαίνει
εμείς παθαίνουμε
εσείς παθαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά παθαίνουν
Παρατατικός
εγώ πάθαινα
εσύ πάθαινες
αυτός / αυτή / αυτό πάθαινε
εμείς παθαίναμε
εσείς παθαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά πάθαιναν
Αόριστος
εγώ έπαθα
εσύ έπαθες
αυτός / αυτή / αυτό έπαθε
εμείς πάθαμε
εσείς πάθατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπαθαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πάθω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πάθω
εσύ πάθεις
αυτός / αυτή / αυτό πάθει
εμείς πάθουμε
εσείς πάθετε
αυτοί / αυτές / αυτά πάθουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πάθαινε
εσείς παθαίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πάθε
εσείς πάθετε
Απαρέμφατο αορίστου
πάθει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παθαίνομαι
εσύ παθαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παθαίνεται
εμείς παθαινόμαστε
εσείς παθαίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παθαίνονται
Παρατατικός
εγώ παθαινόμουν
εσύ παθαινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παθαινόταν
εμείς παθαινόμασταν
εσείς παθαινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παθαίνονταν

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary