Conjugation of παγιδεύω
pa.ʝiˈðe.voενεργώ έτσι, ώστε κάποιος να μην έχει δυνατότητα αντίδρασης και τον ωθώ έτσι σε λανθασμένες ενέργειες Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παγιδεύω |
| εσύ | παγιδεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγιδεύει |
| εμείς | παγιδεύουμε |
| εσείς | παγιδεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγιδεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | παγίδευα |
| εσύ | παγίδευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγίδευε |
| εμείς | παγιδεύαμε |
| εσείς | παγιδεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγίδευαν |
Αόριστος
| εγώ | παγίδεψα |
| εσύ | παγίδεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγίδεψε |
| εμείς | παγιδέψαμε |
| εσείς | παγιδέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγίδεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παγιδέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παγιδέψω |
| εσύ | παγιδέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγιδέψει |
| εμείς | παγιδέψουμε |
| εσείς | παγιδέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγιδέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | παγίδευε |
| εσείς | παγιδεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παγίδεψε |
| εσείς | παγιδέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παγιδέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παγιδεύομαι |
| εσύ | παγιδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγιδεύεται |
| εμείς | παγιδευόμαστε |
| εσείς | παγιδεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγιδεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | παγιδευόμουν |
| εσύ | παγιδευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγιδευόταν |
| εμείς | παγιδευόμασταν |
| εσείς | παγιδευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγιδεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | παγιδεύτηκα |
| εσύ | παγιδεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγιδεύτηκε |
| εμείς | παγιδευτήκαμε |
| εσείς | παγιδευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγιδεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παγιδευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παγιδευτώ |
| εσύ | παγιδευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγιδευτεί |
| εμείς | παγιδευτούμε |
| εσείς | παγιδευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγιδευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παγιδεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παγιδέψου |
| εσείς | παγιδευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παγιδευτεί |