HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παίρνω — definition

Conjugation of παίρνω

Regular CEFR A2
ˈper.no

κινώ τα χέρια μου, ώστε να κρατάω ένα αντικείμενο που δεν κρατούσα, αρπάζω ή πιάνω κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παίρνω
εσύ παίρνεις
αυτός / αυτή / αυτό παίρνει
εμείς παίρνουμε
εσείς παίρνετε
αυτοί / αυτές / αυτά παίρνουν
Παρατατικός
εγώ έπαιρνα
εσύ έπαιρνες
αυτός / αυτή / αυτό έπαιρνε
εμείς παίρναμε
εσείς παίρνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπαιρναν
Αόριστος
εγώ πήρα
εσύ πήρες
αυτός / αυτή / αυτό πήρε
εμείς πήραμε
εσείς πήρατε
αυτοί / αυτές / αυτά πήραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πάρω
εσύ πάρεις
αυτός / αυτή / αυτό πάρει
εμείς πάρουμε
εσείς πάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά πάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ παίρνε
εσείς παίρνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πάρε
εσείς πάρτε
Απαρέμφατο αορίστου
πάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παίρνομαι
εσύ παίρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παίρνεται
εμείς παιρνόμαστε
εσείς παίρνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παίρνονται
Παρατατικός
εγώ παιρνόμουν
εσύ παιρνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παιρνόταν
εμείς παιρνόμασταν
εσείς παιρνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παίρνονταν
Αόριστος
εγώ πάρθηκα
εσύ πάρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό πάρθηκε
εμείς παρθήκαμε
εσείς παρθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πάρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παρθώ
εσύ παρθείς
αυτός / αυτή / αυτό παρθεί
εμείς παρθούμε
εσείς παρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παρθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παίρνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πάρσου
εσείς παρθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παρθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary