HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ορίζω — definition

Conjugation of ορίζω

Regular CEFR C2
oˈɾi.zo

δίνω ορισμό για κάτι, επισημαίνω τα γνωρίσματά του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ορίζω
εσύ ορίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ορίζει
εμείς ορίζουμε
εσείς ορίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ορίζουν
Παρατατικός
εγώ όριζα
εσύ όριζες
αυτός / αυτή / αυτό όριζε
εμείς ορίζαμε
εσείς ορίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά όριζαν
Αόριστος
εγώ όρισα
εσύ όρισες
αυτός / αυτή / αυτό όρισε
εμείς ορίσαμε
εσείς ορίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά όρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ορίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ορίσω
εσύ ορίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ορίσει
εμείς ορίσουμε
εσείς ορίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ορίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ όριζε
εσείς ορίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ όρισε
εσείς ορίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ορίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ορίζομαι
εσύ ορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ορίζεται
εμείς οριζόμαστε
εσείς ορίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ορίζονται
Παρατατικός
εγώ οριζόμουν
εσύ οριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό οριζόταν
εμείς οριζόμασταν
εσείς οριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ορίζονταν
Αόριστος
εγώ ορίστηκα
εσύ ορίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ορίστηκε
εμείς οριστήκαμε
εσείς οριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ορίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα οριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ οριστώ
εσύ οριστείς
αυτός / αυτή / αυτό οριστεί
εμείς οριστούμε
εσείς οριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά οριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ορίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ορίσου
εσείς οριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
οριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary