Conjugation of ορίζω
oˈɾi.zoδίνω ορισμό για κάτι, επισημαίνω τα γνωρίσματά του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ορίζω |
| εσύ | ορίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ορίζει |
| εμείς | ορίζουμε |
| εσείς | ορίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ορίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | όριζα |
| εσύ | όριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | όριζε |
| εμείς | ορίζαμε |
| εσείς | ορίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | όριζαν |
Αόριστος
| εγώ | όρισα |
| εσύ | όρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | όρισε |
| εμείς | ορίσαμε |
| εσείς | ορίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | όρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ορίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ορίσω |
| εσύ | ορίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ορίσει |
| εμείς | ορίσουμε |
| εσείς | ορίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ορίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | όριζε |
| εσείς | ορίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | όρισε |
| εσείς | ορίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ορίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ορίζομαι |
| εσύ | ορίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ορίζεται |
| εμείς | οριζόμαστε |
| εσείς | ορίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ορίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | οριζόμουν |
| εσύ | οριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | οριζόταν |
| εμείς | οριζόμασταν |
| εσείς | οριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ορίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ορίστηκα |
| εσύ | ορίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ορίστηκε |
| εμείς | οριστήκαμε |
| εσείς | οριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ορίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα οριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | οριστώ |
| εσύ | οριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | οριστεί |
| εμείς | οριστούμε |
| εσείς | οριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ορίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ορίσου |
| εσείς | οριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | οριστεί |