Conjugation of ξύνω
ˈksinoτρίβω επιφάνεια με κάποιο ειδικό μέσο (π.χ. ξύστρα, ξυστήρι, ξυστρί κ.λπ.) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξύνω |
| εσύ | ξύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξύνει |
| εμείς | ξύνουμε |
| εσείς | ξύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξύνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έξυνα |
| εσύ | έξυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έξυνε |
| εμείς | ξύναμε |
| εσείς | ξύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έξυναν |
Αόριστος
| εγώ | έξυσα |
| εσύ | έξυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έξυσε |
| εμείς | ξύσαμε |
| εσείς | ξύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έξυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξύσω |
| εσύ | ξύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξύσει |
| εμείς | ξύσουμε |
| εσείς | ξύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξύνε |
| εσείς | ξύνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξύσε |
| εσείς | ξύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξύνομαι |
| εσύ | ξύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξύνεται |
| εμείς | ξυνόμαστε |
| εσείς | ξύνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξύνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξυνόμουν |
| εσύ | ξυνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξυνόταν |
| εμείς | ξυνόμασταν |
| εσείς | ξυνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξύνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξύστηκα |
| εσύ | ξύστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξύστηκε |
| εμείς | ξυστήκαμε |
| εσείς | ξυστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξύστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξυστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξυστώ |
| εσύ | ξυστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξυστεί |
| εμείς | ξυστούμε |
| εσείς | ξυστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξυστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξύνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξύσου |
| εσείς | ξυστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξυστεί |