HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξύνω — definition

Conjugation of ξύνω

Regular CEFR B1
ˈksino

τρίβω επιφάνεια με κάποιο ειδικό μέσο (π.χ. ξύστρα, ξυστήρι, ξυστρί κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξύνω
εσύ ξύνεις
αυτός / αυτή / αυτό ξύνει
εμείς ξύνουμε
εσείς ξύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξύνουν
Παρατατικός
εγώ έξυνα
εσύ έξυνες
αυτός / αυτή / αυτό έξυνε
εμείς ξύναμε
εσείς ξύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έξυναν
Αόριστος
εγώ έξυσα
εσύ έξυσες
αυτός / αυτή / αυτό έξυσε
εμείς ξύσαμε
εσείς ξύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έξυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξύσω
εσύ ξύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξύσει
εμείς ξύσουμε
εσείς ξύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξύνε
εσείς ξύνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξύσε
εσείς ξύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξύνομαι
εσύ ξύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξύνεται
εμείς ξυνόμαστε
εσείς ξύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξύνονται
Παρατατικός
εγώ ξυνόμουν
εσύ ξυνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξυνόταν
εμείς ξυνόμασταν
εσείς ξυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξύνονταν
Αόριστος
εγώ ξύστηκα
εσύ ξύστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξύστηκε
εμείς ξυστήκαμε
εσείς ξυστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξύστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξυστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξυστώ
εσύ ξυστείς
αυτός / αυτή / αυτό ξυστεί
εμείς ξυστούμε
εσείς ξυστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξυστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξύνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξύσου
εσείς ξυστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξυστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary