HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξεχέζω — definition

Conjugation of ξεχέζω

Regular CEFR B1
kseˈçezo

βρίζω με βαρείς χαρακτηρισμούς και πολλές φορές χυδαία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεχέζω
εσύ ξεχέζεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεχέζει
εμείς ξεχέζουμε
εσείς ξεχέζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεχέζουν
Παρατατικός
εγώ ξέχεζα
εσύ ξέχεζες
αυτός / αυτή / αυτό ξέχεζε
εμείς ξεχέζαμε
εσείς ξεχέζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξέχεζαν
Αόριστος
εγώ ξέχεσα
εσύ ξέχεσες
αυτός / αυτή / αυτό ξέχεσε
εμείς ξεχέσαμε
εσείς ξεχέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξέχεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεχέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεχέσω
εσύ ξεχέσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεχέσει
εμείς ξεχέσουμε
εσείς ξεχέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεχέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξέχεζε
εσείς ξεχέζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξέχεσε
εσείς ξεχέστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεχέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεχέζομαι
εσύ ξεχέζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξεχέζεται
εμείς ξεχεζόμαστε
εσείς ξεχέζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεχέζονται
Παρατατικός
εγώ ξεχεζόμουν
εσύ ξεχεζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξεχεζόταν
εμείς ξεχεζόμασταν
εσείς ξεχεζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξεχέζονταν
Αόριστος
εγώ ξεχέστηκα
εσύ ξεχέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξεχέστηκε
εμείς ξεχεστήκαμε
εσείς ξεχεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεχέστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεχεστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεχεστώ
εσύ ξεχεστείς
αυτός / αυτή / αυτό ξεχεστεί
εμείς ξεχεστούμε
εσείς ξεχεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεχεστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξεχέζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεχέσου
εσείς ξεχεστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεχεστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary