Conjugation of ξεχέζω
kseˈçezoβρίζω με βαρείς χαρακτηρισμούς και πολλές φορές χυδαία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεχέζω |
| εσύ | ξεχέζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεχέζει |
| εμείς | ξεχέζουμε |
| εσείς | ξεχέζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεχέζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξέχεζα |
| εσύ | ξέχεζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξέχεζε |
| εμείς | ξεχέζαμε |
| εσείς | ξεχέζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξέχεζαν |
Αόριστος
| εγώ | ξέχεσα |
| εσύ | ξέχεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξέχεσε |
| εμείς | ξεχέσαμε |
| εσείς | ξεχέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξέχεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεχέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεχέσω |
| εσύ | ξεχέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεχέσει |
| εμείς | ξεχέσουμε |
| εσείς | ξεχέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεχέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξέχεζε |
| εσείς | ξεχέζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξέχεσε |
| εσείς | ξεχέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεχέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεχέζομαι |
| εσύ | ξεχέζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεχέζεται |
| εμείς | ξεχεζόμαστε |
| εσείς | ξεχέζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεχέζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξεχεζόμουν |
| εσύ | ξεχεζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεχεζόταν |
| εμείς | ξεχεζόμασταν |
| εσείς | ξεχεζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεχέζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξεχέστηκα |
| εσύ | ξεχέστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεχέστηκε |
| εμείς | ξεχεστήκαμε |
| εσείς | ξεχεστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεχέστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεχεστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεχεστώ |
| εσύ | ξεχεστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεχεστεί |
| εμείς | ξεχεστούμε |
| εσείς | ξεχεστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεχεστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξεχέζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεχέσου |
| εσείς | ξεχεστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεχεστεί |