HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξεχειλίζω — definition

Conjugation of ξεχειλίζω

Regular CEFR B2
kse.çiˈli.zo

για κάποιον ή κάτι που είναι υπερπλήρης από ένα συναίσθημα, διάθεση, χάρισμα κ.λπ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεχειλίζω
εσύ ξεχειλίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεχειλίζει
εμείς ξεχειλίζουμε
εσείς ξεχειλίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεχειλίζουν
Παρατατικός
εγώ ξεχείλιζα
εσύ ξεχείλιζες
αυτός / αυτή / αυτό ξεχείλιζε
εμείς ξεχειλίζαμε
εσείς ξεχειλίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεχείλιζαν
Αόριστος
εγώ ξεχείλισα
εσύ ξεχείλισες
αυτός / αυτή / αυτό ξεχείλισε
εμείς ξεχειλίσαμε
εσείς ξεχειλίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεχείλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεχειλίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεχειλίσω
εσύ ξεχειλίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεχειλίσει
εμείς ξεχειλίσουμε
εσείς ξεχειλίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεχειλίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξεχείλιζε
εσείς ξεχειλίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεχείλισε
εσείς ξεχειλίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεχειλίσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary