Conjugation of ξεχειλίζω
kse.çiˈli.zoγια κάποιον ή κάτι που είναι υπερπλήρης από ένα συναίσθημα, διάθεση, χάρισμα κ.λπ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεχειλίζω |
| εσύ | ξεχειλίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεχειλίζει |
| εμείς | ξεχειλίζουμε |
| εσείς | ξεχειλίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεχειλίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξεχείλιζα |
| εσύ | ξεχείλιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεχείλιζε |
| εμείς | ξεχειλίζαμε |
| εσείς | ξεχειλίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεχείλιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ξεχείλισα |
| εσύ | ξεχείλισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεχείλισε |
| εμείς | ξεχειλίσαμε |
| εσείς | ξεχειλίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεχείλισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεχειλίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεχειλίσω |
| εσύ | ξεχειλίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεχειλίσει |
| εμείς | ξεχειλίσουμε |
| εσείς | ξεχειλίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεχειλίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξεχείλιζε |
| εσείς | ξεχειλίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεχείλισε |
| εσείς | ξεχειλίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεχειλίσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.