HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξεσπιτώνω — definition

Conjugation of ξεσπιτώνω

Regular CEFR B2
ksespiˈtono

βγάζω κάποιον από το σπίτι του, κάνοντας κατάσχεση σε αυτό ή με άλλους τρόπους, διώχνω κάποιον από κάποιον την κατοικία του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεσπιτώνω
εσύ ξεσπιτώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεσπιτώνει
εμείς ξεσπιτώνουμε
εσείς ξεσπιτώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσπιτώνουν
Παρατατικός
εγώ ξεσπίτωνα
εσύ ξεσπίτωνες
αυτός / αυτή / αυτό ξεσπίτωνε
εμείς ξεσπιτώναμε
εσείς ξεσπιτώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσπίτωναν
Αόριστος
εγώ ξεσπίτωσα
εσύ ξεσπίτωσες
αυτός / αυτή / αυτό ξεσπίτωσε
εμείς ξεσπιτώσαμε
εσείς ξεσπιτώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσπίτωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεσπιτώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεσπιτώσω
εσύ ξεσπιτώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεσπιτώσει
εμείς ξεσπιτώσουμε
εσείς ξεσπιτώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσπιτώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξεσπίτωνε
εσείς ξεσπιτώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεσπίτωσε
εσείς ξεσπιτώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεσπιτώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεσπιτώνομαι
εσύ ξεσπιτώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξεσπιτώνεται
εμείς ξεσπιτωνόμαστε
εσείς ξεσπιτώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσπιτώνονται
Παρατατικός
εγώ ξεσπιτωνόμουν
εσύ ξεσπιτωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξεσπιτωνόταν
εμείς ξεσπιτωνόμασταν
εσείς ξεσπιτωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσπιτώνονταν
Αόριστος
εγώ ξεσπιτώθηκα
εσύ ξεσπιτώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξεσπιτώθηκε
εμείς ξεσπιτωθήκαμε
εσείς ξεσπιτωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσπιτώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεσπιτωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεσπιτωθώ
εσύ ξεσπιτωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ξεσπιτωθεί
εμείς ξεσπιτωθούμε
εσείς ξεσπιτωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσπιτωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξεσπιτώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεσπιτώσου
εσείς ξεσπιτωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεσπιτωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary