Conjugation of ξεσπιτώνω
ksespiˈtonoβγάζω κάποιον από το σπίτι του, κάνοντας κατάσχεση σε αυτό ή με άλλους τρόπους, διώχνω κάποιον από κάποιον την κατοικία του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεσπιτώνω |
| εσύ | ξεσπιτώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσπιτώνει |
| εμείς | ξεσπιτώνουμε |
| εσείς | ξεσπιτώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσπιτώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξεσπίτωνα |
| εσύ | ξεσπίτωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσπίτωνε |
| εμείς | ξεσπιτώναμε |
| εσείς | ξεσπιτώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσπίτωναν |
Αόριστος
| εγώ | ξεσπίτωσα |
| εσύ | ξεσπίτωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσπίτωσε |
| εμείς | ξεσπιτώσαμε |
| εσείς | ξεσπιτώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσπίτωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεσπιτώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεσπιτώσω |
| εσύ | ξεσπιτώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσπιτώσει |
| εμείς | ξεσπιτώσουμε |
| εσείς | ξεσπιτώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσπιτώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξεσπίτωνε |
| εσείς | ξεσπιτώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεσπίτωσε |
| εσείς | ξεσπιτώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεσπιτώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεσπιτώνομαι |
| εσύ | ξεσπιτώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσπιτώνεται |
| εμείς | ξεσπιτωνόμαστε |
| εσείς | ξεσπιτώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσπιτώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξεσπιτωνόμουν |
| εσύ | ξεσπιτωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσπιτωνόταν |
| εμείς | ξεσπιτωνόμασταν |
| εσείς | ξεσπιτωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσπιτώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξεσπιτώθηκα |
| εσύ | ξεσπιτώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσπιτώθηκε |
| εμείς | ξεσπιτωθήκαμε |
| εσείς | ξεσπιτωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσπιτώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεσπιτωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεσπιτωθώ |
| εσύ | ξεσπιτωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσπιτωθεί |
| εμείς | ξεσπιτωθούμε |
| εσείς | ξεσπιτωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσπιτωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξεσπιτώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεσπιτώσου |
| εσείς | ξεσπιτωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεσπιτωθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.