Conjugation of ξεσπάω
kseˈspa.oεκδηλώνομαι / αρχίζω με απότομο και βίαιο τρόπο, ιδίως μετά από μια περίοδο επιφανειακής ηρεμίας Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεσπάω |
| εσύ | ξεσπάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσπάει |
| εμείς | ξεσπάμε |
| εσείς | ξεσπάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσπάνε |
Παρατατικός
| εγώ | ξεσπούσα |
| εσύ | ξεσπούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσπούσε |
| εμείς | ξεσπούσαμε |
| εσείς | ξεσπούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσπούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ξέσπασα |
| εσύ | ξέσπασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξέσπασε |
| εμείς | ξεσπάσαμε |
| εσείς | ξεσπάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξέσπασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεσπάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεσπάσω |
| εσύ | ξεσπάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσπάσει |
| εμείς | ξεσπάσουμε |
| εσείς | ξεσπάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσπάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξέσπα |
| εσείς | ξεσπάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξέσπασε |
| εσείς | ξεσπάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεσπάσει |