Conjugation of ξεριζώνω
kse.ɾiˈzo.noαποσπώ ένα φυτό από το έδαφος έτσι ώστε να βγουν και οι ρίζες Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεριζώνω |
| εσύ | ξεριζώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεριζώνει |
| εμείς | ξεριζώνουμε |
| εσείς | ξεριζώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεριζώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξερίζωνα |
| εσύ | ξερίζωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξερίζωνε |
| εμείς | ξεριζώναμε |
| εσείς | ξεριζώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξερίζωναν |
Αόριστος
| εγώ | ξερίζωσα |
| εσύ | ξερίζωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξερίζωσε |
| εμείς | ξεριζώσαμε |
| εσείς | ξεριζώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξερίζωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεριζώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεριζώσω |
| εσύ | ξεριζώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεριζώσει |
| εμείς | ξεριζώσουμε |
| εσείς | ξεριζώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεριζώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξερίζωνε |
| εσείς | ξεριζώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξερίζωσε |
| εσείς | ξεριζώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεριζώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεριζώνομαι |
| εσύ | ξεριζώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεριζώνεται |
| εμείς | ξεριζωνόμαστε |
| εσείς | ξεριζώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεριζώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξεριζωνόμουν |
| εσύ | ξεριζωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεριζωνόταν |
| εμείς | ξεριζωνόμασταν |
| εσείς | ξεριζωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεριζώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξεριζώθηκα |
| εσύ | ξεριζώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεριζώθηκε |
| εμείς | ξεριζωθήκαμε |
| εσείς | ξεριζωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεριζώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεριζωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεριζωθώ |
| εσύ | ξεριζωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεριζωθεί |
| εμείς | ξεριζωθούμε |
| εσείς | ξεριζωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεριζωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξεριζώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεριζώσου |
| εσείς | ξεριζωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεριζωθεί |