Conjugation of ξερνάω
kseɾˈna.oσε μια ανάκριση, δίνω ενοχοποιητικά στοιχεία για τον εαυτό μου και για άλλους Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξερνάω |
| εσύ | ξερνάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξερνάει |
| εμείς | ξερνάμε |
| εσείς | ξερνάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξερνάνε |
Παρατατικός
| εγώ | ξερνούσα |
| εσύ | ξερνούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξερνούσε |
| εμείς | ξερνούσαμε |
| εσείς | ξερνούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξερνούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ξέρασα |
| εσύ | ξέρασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξέρασε |
| εμείς | ξεράσαμε |
| εσείς | ξεράσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξέρασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεράσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεράσω |
| εσύ | ξεράσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεράσει |
| εμείς | ξεράσουμε |
| εσείς | ξεράσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεράσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξέρνα |
| εσείς | ξερνάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξέρασε |
| εσείς | ξεράστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεράσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξερνιέμαι |
| εσύ | ξερνιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξερνιέται |
| εμείς | ξερνιόμαστε |
| εσείς | ξερνιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξερνιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | ξερνιόμουν |
| εσύ | ξερνιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξερνιόταν |
| εμείς | ξερνιόμασταν |
| εσείς | ξερνιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξερνιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | ξεράστηκα |
| εσύ | ξεράστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεράστηκε |
| εμείς | ξεραστήκαμε |
| εσείς | ξεραστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεράστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεραστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεραστώ |
| εσύ | ξεραστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεραστεί |
| εμείς | ξεραστούμε |
| εσείς | ξεραστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεραστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξερνιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεράσου |
| εσείς | ξεραστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεραστεί |