Conjugation of ξεγράφω
kseˈɣrafoδιαγράφω κάποιον από ένα θεωρητικό κατάλογο π.χ. κατάλογο φίλων ή κατάλογο συγγενών, παύω να τον θεωρώ φίλο ή συγγενή Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεγράφω |
| εσύ | ξεγράφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεγράφει |
| εμείς | ξεγράφουμε |
| εσείς | ξεγράφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεγράφουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξέγραφα |
| εσύ | ξέγραφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξέγραφε |
| εμείς | ξεγράφαμε |
| εσείς | ξεγράφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξέγραφαν |
Αόριστος
| εγώ | ξέγραψα |
| εσύ | ξέγραψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξέγραψε |
| εμείς | ξεγράψαμε |
| εσείς | ξεγράψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξέγραψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεγράψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεγράψω |
| εσύ | ξεγράψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεγράψει |
| εμείς | ξεγράψουμε |
| εσείς | ξεγράψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεγράψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξέγραφε |
| εσείς | ξεγράφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξέγραψε |
| εσείς | ξεγράψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεγράψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεγράφομαι |
| εσύ | ξεγράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεγράφεται |
| εμείς | ξεγραφόμαστε |
| εσείς | ξεγράφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεγράφονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξεγραφόμουν |
| εσύ | ξεγραφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεγραφόταν |
| εμείς | ξεγραφόμασταν |
| εσείς | ξεγραφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεγράφονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξεγράφτηκα |
| εσύ | ξεγράφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεγράφτηκε |
| εμείς | ξεγραφτήκαμε |
| εσείς | ξεγραφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεγράφτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεγραφτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεγραφτώ |
| εσύ | ξεγραφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεγραφτεί |
| εμείς | ξεγραφτούμε |
| εσείς | ξεγραφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεγραφτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξεγράφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεγράψου |
| εσείς | ξεγραφτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεγραφτεί |