HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ντρέπομαι — definition

Conjugation of ντρέπομαι

Regular CEFR B2
ˈdɾe.po.me

νιώθω σεβασμό για έναν άνθρωπο ή για κάτι που θεωρώ ότι έχει αξία και δεν θέλω να κάνω κάτι που θα τον/το προσβάλλει Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ντρέπομαι
εσύ ντρέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ντρέπεται
εμείς ντρεπόμαστε
εσείς ντρέπεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ντρέπονται
Παρατατικός
εγώ ντρεπόμουν
εσύ ντρεπόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ντρεπόταν
εμείς ντρεπόμασταν
εσείς ντρεπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ντρέπονταν
Αόριστος
εγώ ντράπηκα
εσύ ντράπηκες
αυτός / αυτή / αυτό ντράπηκε
εμείς ντραπήκαμε
εσείς ντραπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ντράπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ντραπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ντραπώ
εσύ ντραπείς
αυτός / αυτή / αυτό ντραπεί
εμείς ντραπούμε
εσείς ντραπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ντραπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ντρέπεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ντραπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ντραπεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary